Ένα από τα παράδοξα της Ευρώπης, είναι ότι διατηρεί ένα σημαντικό αριθμό μοναρχιών. Μάλιστα από τα 44 κράτη παγκοσμίως που έχουν επικεφαλής έναν μονάρχη, τα 12 είναι στην Ευρώπη. Μάλιστα, η συγκέντρωση μοναρχιών στην Ευρώπη γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή, εάν αναλογιστούμε ότι στο συνολικό αριθμό κρατών που τυπικά θεωρούνται μοναρχίες περιλαμβάνονται και τα 15 κράτη-μέλη της Κοινοπολιτείας που αναγνωρίζουν ως τυπικό ανώτατο άρχοντα τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Εντός των ορίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μοναρχίες πέραν του Ηνωμένου Βασιλείου, που ετοιμάζεται να αποχωρήσει, παραμένουν το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το Βασίλειο της Ολλανδίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας.

Στην Ευρώπη βρίσκονται επίσης το Βασίλειο της Νορβηγίας αλλά και μια σειρά μικρο-κράτη που είναι επίσης μοναρχίες: τα πριγκιπάτα της Ανδόρας, του Μονακό και του Λιχτενστάιν, και το Βατικανό με το ιδιαίτερο καθεστώς

Η επιβίωση της μοναρχίας

Η επιβίωση της μοναρχίας οφείλεται κυρίως στις διαφορετικές πολιτικές διαδρομές που ακολουθήθηκαν στην Ευρώπη του 19ου και 20ου αιώνα. Σε ορισμένες χώρες είχαμε, μέσα από έντονες πολιτικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, που περιλάμβαναν τους μεγάλους πολέμους του 17ου αιώνα, την «Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 στη Βρετανία, τη Γαλλική Επανάσταση αλλά και τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις του 19ου αιώνα το πέρασμα από την απόλυτη μοναρχία στις συνταγματικές μοναρχίες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η επιβίωση της μοναρχίας αντιπροσώπευε και ένα συμβιβασμό ανάμεσα στην αριστοκρατία της γης και τους αστούς της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Επιπλέον, η αποικιοκρατία και η μετατροπή μοναρχιών σε αυτοκρατορίες αξιοποίησε τη φιγούρα του μονάρχη-αυτοκράτορα ως ενοποιητικού στοιχείου των νέων αποικιακών αυτοκρατοριών.

Μάλιστα, στον 19ο αιώνα η επιλογή μονάρχη θεωρήθηκε και στοιχείο που επέτρεπε και την ολοκλήρωση της εθνικής συγκρότησης και την κατάκτηση της εθνικής ενότητας.  Αυτό εξηγεί την επιλογή του Βίκτωρος Εμμανουήλ Β΄, του Οίκου της Σαβοΐας, ως βασιλιά της Ιταλίας το 1861 ή την αναγόρευση του Βασιλιά της Πρωσίας σε Αυτοκράτορα της Γερμανίας κατά την γερμανική ενοποίηση του 1871. Αυτό επίσης εξηγεί το γεγονός ότι και το νεοσύστατο ελληνικό κράτος απέκτησε μονάρχη, αρχικά τον βαυαρό πρίγκιπα Όθωνα και αργότερα από τον δανικό βασιλικό των Γκλύξμπουργκ.

Σημαντική τομή ήταν η διάλυση των αυτοκρατοριών μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους του 20ου αιώνα, με τον Α΄ΠΠ να σηματοδοτεί το τέλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας και τον Β΄ ΠΠ να σηματοδοτεί το τέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό σε συνδυασμό με την πίεση των δημοκρατικών κινημάτων οδήγησε στην αναπροσαρμογή των μοναρχικών θεσμών στην Ευρώπη σε έναν ρόλο σχεδόν διακοσμητικό. Αφαιρέθηκαν όλες οι αρμοδιότητες που μπορεί να είχαν ως προς την πραγματική άσκηση πολιτικής και ο ρόλος τους περιορίστηκε περισσότερο στη συμβολική και τελετουργική παρουσία.

Παράλληλα, όμως, αναπτύχθηκαν και έντονα αντιμοναρχικά κινήματα, ιδίως σε χώρες όπου η μοναρχία είχε διεκδικήσει πιο ενεργό πολιτικό ρόλο και όπου το Παλάτι είχε αποτελέσει «κέντρο εξουσίας», όπως ήταν η Ελλάδα του 20ου αιώνα, αυτό απλώς ενίσχυσε το αντιμοναρχικό αίσθημα και οδήγησε στην κατάργηση της μοναρχίας. Στη χώρα μας αυτό θα ολοκληρωθεί με το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974 που οριστικά θα καταργήσει τη μοναρχία. Το ίδιο έγινε και σε αρκετά από τα νέα δημοκρατικά συντάγματα που διαμορφώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ήταν για παράδειγμα το Ιταλικό. Αντίστοιχα, οι μεταπολεμικές «λαϊκές δημοκρατίες» επίσης σήμαναν το τέλος αρκετών ευρωπαϊκών μοναρχιών, όπως της Ρουμανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της, Ουγγαρίας και της Αλβανίας.

Μοναρχίες για τις τελετές και για το συμβολισμό

Οι σύγχρονες ευρωπαϊκές μοναρχίες σε γενικές γραμμές δεν έχουν κάποιο πολιτικό ρόλο και απασχολούν κυρίως τις διάφορες μεγάλες τελετές όπως και τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά ή τα περιοδικά που είναι εξειδικευμένα στην κάλυψη της ζωής των μοναρχών όπως π.χ. το Point et vue des images.

Οι υποστηρικτές της διατήρησης του θεσμού της μοναρχίας κυρίως στέκονται στο πώς μέσα στη σύγχρονη δημοκρατική τάξη, η μοναρχία μπορεί να λειτουργήσει ως συμβολικό ενοποιητικό σημείο στη συνταγματική τάξη, ακόμη και εάν δεν μπορεί να πάρει κάποια πρωτοβουλία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένα από τα σύμβολα του έθνους κατ’ αναλογία προς τη σημαία ή τις εθνικές αθλητικές ομάδες.

Οι περισσότερες μοναρχικές οικογένειες έχουν γενικά προσαρμοστεί σε αυτό το ρόλο, με ολοένα και πιο διακριτική δημόσια παρουσία και προσπάθεια να τα μέλη τους να παίζουν το ρόλο του πάτρωνα ευρέως αποδεκτών σκοπών και αιτημάτων, από τη φιλανθρωπία μέχρι την οικολογία.

Ταυτόχρονα, βρίσκονται υπό το διαρκές βάρος της δημοσιότητας. Ο μαζικός Τύπος, τα κινηματογραφικά επίκαιρα, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση βοήθησαν σημαντικά τους μονάρχες να παίξουν αυτόν τον «συμβολικό» ρόλο, καθιστώντας τους μια οικεία εικόνα.

Ταυτόχρονα, όμως, τους κατέστησαν ιδιαίτερα ευάλωτους σε ένα είδος σκανδαλοθηρίας, που σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της Πριγκίπισσας Νταϊάνας, μπορούσε να αποβεί έως δυσβάστακτο.

Παρότι θα έλεγε κανείς ότι η σκανδαλοθηρία θα είχε αποδειχτεί μάλλον μοιραία για το θεσμό, εντούτοις αποδείχτηκε ότι ο συμβολικός τους ρόλους απαιτούσε ταυτόχρονα να είναι και να μην είναι σαν τους «κοινούς θνητούς» κατ’ αναλογία προς τα αστέρια του κινηματογράφου και της μουσικής.

Οι επικίνδυνες σχέσεις με την οικονομία και την πολιτική

Όμως, την ίδια στιγμή υπάρχουν και κίνδυνοι για τη σύγχρονη μοναρχία. Δεν αναφερόμαστε τόσο στην «κακή δημοσιότητα» από τις διάφορες «αταξίες» των διαφόρων διαδόχων (αν και κάποιες μπορεί να πυροδοτήσουν πολιτικό κόστος όπως η παλαιότερη επιλογή του Πρίγκιπα Χάρη να φορέσει ναζιστικό κουστούμι σε αποκριάτικο πάρτυ), μια που φάνηκε ότι αυτό μπορούν να το αντέξουν. Κυρίως τα προβλήματα αφορούν στις σχέσεις με τους φορείς της οικονομίας και τις πολιτικές παρεμβάσεις.

Για παράδειγμα, ο Δούκας του Γιορκ, Πρίγκιπας Άντριου, γιός της βασίλισσας Ελισάβετ, ανέστειλε επ’ αόριστο τον προηγούμενο Νοέμβριο τα δημόσια καθήκοντά του, στη βάση του θορύβου για τη φιλία του με τον χρηματιστή και καταδικασμένο για σεξουαλικά αδικήματα Τζέφρι Επστάιν, αλλά και σε συνέχεια του θορύβου για τις συναλλαγές του με την κυβέρνηση του Καζακστάν αλλά και διάφορους μεγιστάνες του πλούτου.

Αντίστοιχα, η παραίτηση του Χουάν Κάρλος Α’ από τον ισπανικό θρόνο το 2014, υπέρ του γιου του Φελίπε ΣΤ΄ το 2014 ήρθε υπό το βάρος οικονομικών σκανδάλων που αφορούσαν τη βασιλική οικογένεια.

Όμως, και ο τελευταίος βρέθηκε στο στόχαστρο μεγάλης πολεμικής, καθώς στη διάρκεια της μεγάλης αναταραχής που ακολούθησε το Δημοψήφισμα του 2017 για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, είχε επιλέξει να πάρει ιδιαίτερα σκληρή στάση σε διάγγελμά του υπέρ της ενότητας του ισπανικού κράτους και κατά των αυτονομιστών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ισπανική μοναρχία δεν έχει συγκριτικά μικρότερη δημοτικότητα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στις περιοχές που υπάρχει έντονο κλίμα υπέρ της αυτονομίας ή και της ανεξαρτησίας.

Αντίστοιχα, και η βασίλισσα Ελισάβετ δέχτηκε βρέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης γύρω από την απόφαση του Μπορίς Τζόνσον να αναστείλει τη λειτουργία της Βουλής των Κοινοτήτων, επιλέγοντας τελικά να μην πυροδοτήσει μια συνταγματική κρίση, καθώς ενέκρινε το σχετικό αίτημα.

Την ίδια στιγμή, περισσότερο παρά ποτέ οι ευρωπαϊκές μοναρχίες, παρότι διατηρούν μια σχετικά υψηλή δημοφιλία, καλούνται να λογοδοτούν όχι μόνο για τις πολιτικές τους θέσεις, αλλά και για τη διαχείριση των οικονομικών τους. Δύσκολα, για παράδειγμα, μπορούν να δικαιολογήσουν ότι έξοδα των φορολογούμενων θα πρέπει να χρηματοδοτούν π.χ. τα ακριβά κυνηγετικά ταξίδια του Χουάν Κάρλος.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι υπάρχουν και περικοπές των σχετικών χορηγήσεων. Πρόσφατα ο πρίγκιπας Λωρέν, που είναι ο αδελφός του Βέλγου Βασιλιά Φιλίπ ήρθε σε σύγκρουση με τη βελγική κυβέρνηση που περιέκοψε κατά 15% τον βασιλικό μισθό του, επισήμως ως τιμωρία επειδή εμφανίστηκε ένστολος στο πλευρό κινέζων αξιωματικών κατά τον εορτασμό των 90χρονων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στην Κινεζική Πρεσβεία στις Βρυξέλλες.

Βέβαια, η πραγματική αιτία αφορά 50 εκατομμύρια ευρώ που διεκδικεί σε σχέση με ένα πρόγραμμα που είχε διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση της Λιβύης επί ημερών Καντάφι και στη συνέχεια πάγωσε στη δίνη του Λιβυκού εμφυλίου πολέμου.

Αλλού η πίεση για την περικοπή των κρατικών επιχορηγήσεων σε βασιλικές οικογένειες οδηγεί και σε επιλογές όπως η απόφαση του Βασιλιά της Σουηδίας Καρόλου ΙΣΤ΄ Γουσταύου πέντε από τα εγγόνια του να μην επιτελούν επίσημα καθήκοντα και να μην επιβαρύνουν τους σουηδούς φορολογούμενους. Ανάλογες ανακοινώσεις είχαν γίνει και τα 2016 σε σχέση με τη βασιλική οικογένεια της Δανίας.

Η δύσκολη θέση των υποψήφιων μοναρχών

Η ιδιότητα του διαδόχου είναι ιδιαίτερα πιεστική. Η διαρκής έκθεση στη δημοσιότητα και τη σκανδαλοθηρία, οι αυστηροί περιορισμοί στις προσωπικές επιλογές, η αυστηρά προδιαγεγραμμένη καριέρα (που συνήθως περιορίζεται στις ένοπλες δυνάμεις καθώς τυχόν επιχειρηματική δραστηριότητα θα είναι υπό τη διαρκή κατηγορία της εκμετάλλευσης της θέσης),  μπορούν να είναι ένα φορτίο ιδιαίτερα βαρύ, ιδίως εάν συνυπολογίσουμε ότι π.χ. τα μέλη της βρετανικής βασιλικής οικογένειας έχουν συνολικά περίπου 3800 δημόσιες εμφανίσεις το χρόνο.

Αυτό εξηγεί και τις κατά καιρούς επιλογές εξόδου από την βασιλική ιδιότητα, με τελευταίο παράδειγμα την απόφαση του Δούκα και της Δούκισσας του Σάσσεξ (του Πρίγκιπα Χάρι και τα Πριγκίπισσας Μέγκαν) να γίνουν «οικονομικά ανεξάρτητοι» και να απομακρυνθούν από τα βασιλικά καθήκοντα (αφού βέβαια ολοκλήρωσαν την ύψους 2,4 εκατομμυρίων λιρών ανακαίνιση του Frogmore cottage, της κατοικίας τους στο Γουίντσορ, κόστος που καλύφθηκε από την κρατική επιχορήγηση προς τη βασιλική οικογένεια) .

Τα όρια της διαρκούς προσαρμογής

Είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκού τύπου μοναρχία έχει αποδειχτεί ένας ιδιαίτερα ανθεκτικός θεσμός, κυρίως από τη στιγμή που έχασε τον πολιτικό ρόλο του και απέκτησε τη συμβολική εκπροσώπηση της ενότητας των αντίστοιχων κρατών, παράλληλα με μια αναβαθμισμένη παρουσία σε ζητήματα που συγκινούν την «κοινωνία των πολιτών» όπως η φιλανθρωπία, η αλληλεγγύη ή η οικολογία.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή δεν είναι και βέβαιο ότι θα μπορέσει να διατηρηθεί επ’ άπειρο. Αυτό ισχύει κυρίως για χώρες όπου η συνολική του ενότητα τίθεται έστω και μερικώς υπό αμφισβήτηση. Από τη διαρκή αμφισβήτηση της ενότητας του Βελγίου, στην πολλαπλή αμφισβήτηση του συνταγματικού συμβιβασμού του 1978 στην Ισπανία, το ερώτημα για το εάν μετά το Brexit θα τεθεί ξανά θέμα ανεξαρτησίας της Σκωτίας, ορισμένες από τις ευρωπαϊκές μοναρχίες είναι πιθανό μεσοπρόθεσμα να βρεθούν αντιμέτωπες με μεγάλες αλλαγές στα αντίστοιχα κράτη τους.

Γράψτε το σχόλιο σας