Η Θεατρική Εταιρεία “Κάτοπτρον” παρουσιάζει το έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη “Στην Εθνική με τα Μεγάλα”, σε σκηνοθεσία του Σταύρου Ράγια, κάθε Δευτέρα και Τρίτη του Μαΐου στο Θέατρο 104.

Πρόκειται για ένα έργο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, που παρουσιάζει την αλληγορική πορεία τριών νέων στην αναζήτηση της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας. Mια μητέρα εξαφανισμένη από καιρό, δύο αδέρφια που ξαναβρίσκονται κοντά και πάλι, ο πατέρας που δεν ζει πια, και η φίλη του μικρού αδερφού, ξετυλίγουν άλλοτε με σκληρότητα και άλλοτε με ευαισθησία το μπερδεμένο κουβάρι μιας αλλόκοτης ελληνικής οικογένειας. Το έργο έχει ήδη αποσπάσει παγκόσμιες διακρίσεις, ενώ πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα στο Θέατρο “Νέα Σκηνή” του Λευτέρη Βογιατζή.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ένα κείμενο και μια θεατρική παράσταση για την εγχώρια πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα αναλλοίωτη εδώ και δεκαετίες. Οι ήρωες είναι οι γείτονες της διπλανής πόρτας. Πριν την κρίση. Ή μέσα σ΄αυτήν. Όλοι θα βρούμε κάτι να θυμηθούμε…

O Σταύρος Ράγιας μιλάει στο in.gr για την απόφασή του να ασχοληθεί με το κείμενο του Βιρβιδάκη.

Τι πραγματεύεται το έργο;

Tο έργο “Στην Εθνική με τα μεγάλα” του Μιχάλη Βιρβιδάκη, ακτινογραφεί με ακρίβεια και διεισδυτικότητα τις σχέσεις μιας ελληνικής οικογένειας, σχέσεις γνώριμες σε όλους, με τα πρόσωπα να αναζητούν την ταυτότητα της ύπαρξής τους. Κι όλα αυτά στη μέση του πουθενά, σε ένα ασήμαντο σημείο της εθνικής οδού. Κάτι μεταξύ παράγκας, καντίνας και αποθήκης μεταχειρισμένων ανταλλακτικών για φορτηγά. Από το ανοιχτό παράθυρο ακούγεται διαρκώς ο μονότονος ήχος των διερχόμενων φορτηγών, με τα φώτα στη μεγάλη σκάλα, να τυφλώνουν τον κάθε περαστικό.

 

Ποιους προβληματισμούς θίγει;

Είναι η Εθνική. Η Εθνική μας: οδός, περιπέτεια, πραγματικότητα. Είναι εκεί και η εθνική μας φαντασίωση. Ποιός καταφέρνει να διατηρήσει αλώβητη την όρασή του, για να ξεχωρίσει τα μικρά από τα μεγάλα; Και ποιός μπορεί να βάλει σε μια λεωφόρο τα σωστά σημεία στίξης πεζοπορώντας;

Κάθε νέα ανάγνωση του έργου φωτίζει μέσα μου καινούργια πράγματα. Κάθε ανάγνωση και μια νέα ανακάλυψη. Αυτό που δεν παύει να με συγκινεί είναι αυτή η σχέση των δύο αδερφών, το δέσιμο από τη μιά, και η αδυναμία έκφρασης αυτού του αισθήματος, κάτι που συναντάμε τόσο συχνά στις αδερφικές σχέσεις.

 

Ποιο είναι το προφίλ των ηρώων;

Τα πρόσωπα του έργου είναι τρία: δύο αδέρφια που συναντιούνται μετά από αρκετό καιρό. Ο μεγάλος, επιστρέφει πίσω ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει μια νέα αρχή στη Γερμανία. Ο μικρός, νικημένος πρόωρα από τους φόβους και τις αδυναμίες του, περιμένει υπομονετικά στο πατρικό σπίτι – παράγκα τον μεγάλο αδερφό. Το τρίτο πρόσωπο, η φιλενάδα του μικρού αδερφού, ένα απλό κορίτσι του χωριού, με την πονηριά του ανθρώπου που έχει εξασκηθεί στην τέχνη της επιβίωσης.

Η αληθινή πρωταγωνίστρια του έργου όμως κατά τη γνώμη μου είναι η μητέρα των δύο αδερφών. Και όλο το έργο φωτίζει ακριβώς αυτό: σχέσεις μη σχέσεις, γεμάτες παράπονα που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

 

Τι αναφορές έχει στο σήμερα;

Έίναι ένα έργο βαθιά ελληνοκεντρικό, και ταυτόχρονα απελπιστικά επίκαιρο. Οι ήρωες είναι οι γείτονες της διπλανής πόρτας. Πριν την κρίση. Ή μέσα σ΄αυτήν. Όλοι θα βρούμε κάτι να θυμηθούμε. Γι’ αυτό και θέλησα να είναι αυτό το πρώτο έργο που ανέλαβα να σκηνοθετήσω. Για να καταγράψω το τοπίο της εποχής μας, της δικής μου εποχής.

 

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να έχει πάρει ο θεατής όταν δει την παράσταση;

Σαν σκηνοθέτης οφείλω με την παράσταση να δώσω ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Να δείξω στο θεατή τις προθέσεις του συγγραφέα, όσο πιο καθαρά γίνεται. Είναι στο χέρι του θεατή να επιλέξει να φύγει από την παράσταση με κάποιο μύνημα, μια φράση ή  ένα συναίσθημα.

 

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή; 

Είναι μια φράση που λέγεται σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο της παράστασης και συμπυκνώνει όλο το έργο: «Εδώ κάτι γίνεται. Πρέπει να το βρεις. Δεν μπορείς να χαραμίσεις τη ζωή σου. Πρέπει να ξεκολλήσεις τα πόδια σου απ’ τη λάσπη…»