Αύγουστος 1922: οι χριστιανοί της Μικράς Ασίας κατευθύνονται αλλόφρονες και πανικόβλητοι προς τη Σμύρνη, το κέντρο του μικρασιατικού ελληνισμού. Η αποχώρηση των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού από τα μικρασιατικά εδάφη έχει αφήσει ελεύθερο το πεδίο δράσεως στους τσέτες, στους ζεϊμπέκους και στους ατάκτους του Κεμάλ, που προελαύνουν λεηλατώντας, βιάζοντας, καίγοντας και δολοφονώντας.

Στην ίδια τη Σμύρνη, σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από την προκυμαία, βρίσκονται αγκυροβολημένα τα επιβλητικά θωρηκτά και καταδρομικά των Συμμαχικών δυνάμεων.

Στις 19 Αυγούστου 1922 ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος (1867-1922), ένας φωτισμένος ιεράρχης, απευθύνει τα τελευταία λόγια του προς τους Σμυρνιούς, στον κατάμεστο ναό της Αγίας Φωτεινής: «Αδελφοί μου, η ώρα είναι δεινή, αλλά και ο Θεός είναι μεγάλος. Έχετε πίστιν εις Αυτόν. Δοκιμαζόμεθα, αλλά ας μην ολιγοπιστώμεν…»

Στις 25 Αυγούστου η στρατιωτική εκκένωση έχει ολοκληρωθεί και οι πρόσφυγες καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπάθειες να επιβιβαστούν σε πλοία. Ο Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος και διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, που έχει δηλώσει πριν από τρεις μόλις ημέρες σε εφημερίδα της Σμύρνης ότι οι Τούρκοι δε θα μπορέσουν να εισέλθουν στην πρωτεύουσα της Ιωνίας ούτε ύστερα από δέκα μήνες, μεταφέρει το αρχηγείο του σε πλοίο.

Την ίδια ημέρα ο Χρυσόστομος, που συνεχίζει τις άοκνες προσπάθειές του για τη διάσωση του μικρασιατικού ελληνισμού, επισκέπτεται τον αμερικανό πρεσβευτή Χόρτον και συντάσσει την τελευταία επιστολή του, που έχει ως αποδέκτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο:

«Επέστη η μεγάλη στιγμή της μεγάλης εκ μέρους Σας χειρονομίας. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος, αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην, από του οποίου καμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση.

[…] Έκρινα δε προ παντός απαραίτητον εκ των φλογών της καταστροφής εν αις οδυνάται ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, και ζήτημα είναι εάν όταν το παρόν μου γράμμα αναγιγνώσκηται υπό της υμετέρας εξοχότητος αν ημείς υπάρχομεν πλέον εν τη ζωή, ν’ απευθύνω την υστάτην ταύτην έκκλησιν προς την φιλογενή και μεγάλην ψυχήν Σου και να Σας είπω μόνον δύο λέξεις.

Εάν διά να σώσητε την Ελλάδα εκρίνατε καθήκον Σας να προβήτε εις το επαναστατικόν κίνημα της Θεσ/νίκης, μη διστάσητε τώρα να προβήτε εις εκατόν τοιαύτα κινήματα, ίνα σώσητε τώρα ολόκληρον τον απανταχού γης και ιδία τον Μικρασιατικόν και Θρακικόν Ελληνισμόν, ο οποίος τόσην θρησκευτικήν λατρείαν τρέφει προς Υμάς.

[…] Και νυν, φίλτατε αδελφέ, Σε μόνον θεωρούμεν τον από μηχανής Θεόν, Σε βράχον, Σε ελπίδα, Σε σωτήρα και Μεσσίαν μας.

Περίζωσαι την ρομφαίαν του λόγου Σου και κατευοδού προς ημάς και κόψον τον άλυτον διά την διπλωματίαν μέχρι σήμερον γόρδιον δεσμόν του Ανατολικού ζητήματος.

Πίπτων επί του τραχήλου Υμών περιλούω Υμάς δι’ απείρων φιλημάτων σεβασμού και αγάπης.

Εν Σμύρνη τη 25η Αυγούστου 1922

Φίλος πρόθυμος και ισάδελφος

ο Σμύρνης Χρυσόστομος

 

Στις 26 Αυγούστου, τελευταία ημέρα της ελληνικής ζωής της Σμύρνης, όλες οι λεωφόροι, οι δρόμοι και τα σοκάκια της πόλης κατακλύζονται από χιλιάδες ελληνορθόδοξους πρόσφυγες, που καταφθάνουν με κάθε συγκοινωνιακό μέσο και με όσα πράγματα μπορούν να κουβαλήσουν μαζί τους, ξεκληρισμένοι και ξεριζωμένοι από τις εστίες τους.

Οι περισσότερες πρεσβείες κλείνουν, ενώ κλειστό είναι και το ελληνικό προξενείο. Γύρω στις 6 το απόγευμα, κι ενώ χιλιάδες πρόσφυγες περιφέρονται στην προκυμαία, τα ελληνικά πολεμικά σκάφη, με αναπεπταμένη τη σημαία, στρέφουν την πλώρη τους προς την έξοδο του κόλπου. Λίγο αργότερα το μόνο που διακρίνεται είναι ο καπνός τους, που βυθίζει την πόλη στο πένθος και στο σπαραγμό.

Στις 7 ο διαβόητος Αριστείδης Στεργιάδης, ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης, εγκαταλείπει την πόλη, καθώς μεταφέρεται από μια αγγλική ατμάκατο στη ναυαρχίδα των βρετανικών ναυτικών δυνάμεων που ναυλοχούσαν εκεί, στο θωρηκτό «Σιδηρούς Δουξ».

Στις 27 Αυγούστου, ημέρα Σάββατο, αρχίζουν οι επιθέσεις των Τούρκων εναντίον μεμονωμένων ατόμων, ενώ εισέρχεται στην πόλη ένα έφιππο απόσπασμα, οι πρώτοι τσέτες.

Το βράδυ φθάνει στην πόλη και αναλαμβάνει τη διοίκησή της ο Νουρεντίν πασάς, ορκισμένος εχθρός του Χρυσοστόμου και απηνής διώκτης του ελληνισμού.

Ο Χρυσόστομος, μολονότι έχει όλες αυτές τις ημέρες τη δυνατότητα ασφαλούς διαφυγής από την πόλη με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το ποίμνιό του.

Ο Νουρεντίν τον συλλαμβάνει μαζί με δύο δημογέροντες στη μητρόπολη και τον οδηγεί στο φρουραρχείο. Το μήνυμα του Χρυσοστόμου προς τον αδελφό του εκείνες τις κρίσιμες ώρες είναι το εξής: «Αγαπητέ αδελφέ, μας κράτησαν απόψε εμέ ως πρόεδρον της Μικρασιατικής Αμύνης, τους άλλους ως μέλη. Μην ανησυχείτε».

Δυστυχώς, ο μητροπολίτης Σμύρνης οδηγείται λίγο αργότερα στο θάνατο υπό φρικιαστικές συνθήκες. Σύμφωνα με περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων, τον οδηγούν σε ένα κουρείο, στις παρυφές των ευρωπαϊκών συνοικιών. Του φορούν μια άσπρη μπλούζα κι έπειτα του ξεριζώνουν τα γένια, του κόβουν τη μύτη και τα αυτιά.

Ναύτες των Συμμαχικών δυνάμεων παρακολουθούν τα βασανιστήρια, στα οποία συμμετέχουν και γυναίκες. Μερικοί, αγανακτισμένοι, θέλουν να επέμβουν. Όμως, οι διαταγές που λαμβάνουν από τους επικεφαλής τους είναι ξεκάθαρες: ουδετερότητα.

Έτσι, Τούρκοι και Τουρκάλες μεταφέρουν ανεμπόδιστα τον ιεράρχη στις τουρκικές συνοικίες, όπου τον διαμελίζουν και τον κατακρεουργούν.

Σύμφωνα με τον Νουρεντίν, ο Χρυσόστομος είχε προδώσει ως τούρκος υπήκοος την πατρίδα του, κι έπρεπε να δικαστεί για τις ενέργειές του εναντίον του τουρκικού έθνους. Αυτός, σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος, προτίμησε να αφήσει τον εξαγριωμένο και φανατισμένο τουρκικό όχλο να τον δικάσει, σαν ένα νέο Χριστό, χωρίς αγκάθινο στεφάνι, αλλά με το στεφάνι του εθνομάρτυρα.