Κλινικά δεδομένα Φάσης ΙΙΙ επιβεβαιώνουν ότι ενήλικες ασθενείς με χρόνια μυελογενή λευχαιμία θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+ ΧΜΛ) σε χρόνια φάση που λαμβάνουν θεραπεία με nilotinib πετυχαίνουν βαθύτερα επίπεδα ανταπόκρισης, συγκριτικά με τους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με imatinib.

Τα αποτελέσματα του κλινικού ερευνητικού προγράμματος ENEST (Evaluating Nilotinib Efficacy and Safety in Clinical Trials) παρουσιάστηκαν στις 12 Δεκεμβρίου 2011 στο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας, στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια.

Η μελέτη ENESTcmr είναι η πρώτη που ερευνά τις επιπτώσεις της αλλαγής θεραπείας σε nilotinib σε ενήλικους ασθενείς με υπολειμματική νόσο σε μοριακό επίπεδο, έπειτα από ένα ελάχιστο διάστημα δύο ετών θεραπείας με imatinib, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μπορούν να επιτευχθούν βαθύτερα επίπεδα ανταπόκρισης.

Η έρευνα κατέδειξε ότι το ποσοστό των ασθενών που άλλαξαν θεραπεία σε nilotinib (400 mg δις ημερησίως) και πέτυχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα Bcr-Abl στους 12 μήνες ήταν διπλάσιο σε σύγκριση με αυτούς που παρέμειναν σε θεραπεία με imatinib (23% έναντι 11% αντίστοιχα, p = 0,0202). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ιδιαίτερα συγκεκριμένο και ορίσθηκε ως μη ανιχνεύσιμα επίπεδα Bcr-Abl σε δύο διαδοχικά δείγματα, ενώ τα δείγματα με ανιχνεύσιμα επίπεδα δεν θεωρήθηκαν ως ένδειξη πλήρους μοριακής ανταπόκρισης. Η χαμηλότερη τιμή Bcr-Abl που ανιχνεύτηκε ήταν μόλις 0.00073%. Ωστόσο, αυτό το καταληκτικό σημείο κατέδειξε μια διπλάσια διαφορά σε επιβεβαιωμένη μη ανιχνεύσιμη πλήρης μοριακή ανταπόκριση για 13% των ασθενών που έλαβαν nilotinib έναντι 6% που έλαβαν imatinib, παρόλο που δεν επετεύχθη στατιστική σημαντικότητα (p = 0.108). Η μελέτη θα ολοκληρωθεί μετά από τετραετή παρακολούθηση.

Κατόπιν τριετούς παρακολούθησης, τα δεδομένα από την κλινική μελέτη Φάσης ΙΙΙ ENESTnd σε ενήλικες νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με Ph+ CML σε χρόνια φάση καταδεικνύουν ότι η πλήρης μοριακή ανταπόκριση επετεύχθη σε σημαντικά περισσότερους ασθενείς. Η πλήρης μοριακή ανταπόκριση ορίσθηκε ως μείωση κατά τουλάχιστον 4,5 λογαρίθμους των επιπέδων Bcr-Abl από την εναρμονισμένη αρχική τιμή ή ιχνοποσότητες Bcr-Abl της τάξης του 0.0032% ή μικρότερου σε σύγκριση με το imatinib (32% των ασθενών που έλαβαν nilotinib έναντι 15% των ασθενών που έλαβαν imatinib). Η μελέτη ENESTnd καταδεικνύει επίσης ότι σημαντικά λιγότεροι ασθενείς σε θεραπεία με nilotinib παρουσίασαν εκτροπή της νόσου στο στάδιο της επιταχυνόμενης φάσης ή της βλαστικής κρίσης συγκριτικά με το imatinib, γεγονός που οδήγησε σε σημαντικά λιγότερους θανάτους σχετιζόμενους με τη ΧΜΛ σε ασθενείς που έλαβαν nilotinib (p = 0.0356).

«Δεδομένα από τις μελέτες ENESTnd και ENESTcmr ενισχύουν την άποψη ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με nilotinib έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχουν πλήρη μοριακή ανταπόκριση, το βαθύτερο επίπεδο ανταπόκρισης που μπορεί να μετρηθεί σήμερα, συγκριτικά με εκείνους που λαμβάνουν θεραπεία με imatinib», δήλωσε ο Δρ Τίμοθι Χοτζες, ερευνητής της μελέτης ENESTnd και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας της Αυστραλίας. «Τα αποτελέσματα της μελέτης ENESTcmr είναι ενθαρρυντικά, ενώ η περαιτέρω παρακολούθηση των ασθενών θα δείξει εάν θα μπορέσουν περισσότεροι να επιτύχουν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα Bcr-Abl, γεγονός το οποίο ενδέχεται να συμβάλλει σημαντικά στον καθορισμό κριτηρίων για μελλοντικές μελέτες σχετικά με τη διακοπή της θεραπείας.»

Η Χρόνια Μυελογενής Λευχαιμία (ΧΜΛ) είναι μια νόσος κατά την οποία ο οργανισμός παράγει καρκινικά λευκοκύτταρα. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς με ΧΜΛ παρουσιάζουν μια γενετική ανωμαλία που είναι γνωστή ως χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας, το οποίο παράγει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται Bcr-Abl. Η Bcr-Abl προκαλεί τον πολλαπλασιασμό των κακοήθων λευκοκυττάρων. Η επιτυχία της θεραπείας της ΧΜΛ μπορεί να υπολογιστεί με μια εξέταση που ονομάζεται ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης πραγματικού χρόνου (RQ-PCR). Μια μοριακή ανταπόκριση σημαίνει ότι η RQ-PCR παρουσιάζει μείωση της Bcr-Abl στο αίμα, ενώ μια πλήρης μοριακή ανταπόκριση σημαίνει ότι δεν ανιχνεύεται η Bcr-Abl. Σε πρόσφατες έρευνες, επιλεγμένοι ασθενείς που πέτυχαν μεγάλης διάρκειας πλήρης μοριακή ανταπόκριση κατάφεραν να σταματήσουν τη θεραπεία χωρίς να παρουσιάσουν υποτροπή, για δοκιμαστικές περιόδους διάρκειας από 6 μήνες έως ένα έτος.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΧΜΛ ευθύνεται για περίπου 10% έως 15% όλων των περιπτώσεων λευχαιμίας σε ενηλίκους, με επιπολασμό μίας με δύο περιπτώσεων ανά 100.000 άτομα το χρόνο.

Το nilotinib έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 90 χώρες για τη θεραπεία ενήλικων νεοδιαγνωσθέντων ασθενών με Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάση και για τη θεραπεία της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας θετικής για το χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+ ΧΜΛ) χρόνιας και επιταχυμένης φάσης σε ενήλικες ασθενείς με αντοχή ή δυσανεξία σε τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένου του imatinib.

Το nilotinib πρέπει να λαμβάνεται δις ημερησίως ανά διάστημα 12 ωρών, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τροφή και δεν πρέπει να καταναλώνεται τροφή για διάστημα δύο ωρών από τη λήψη της δόσης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν nilotinib πρέπει να αποφεύγουν τον χυμό γκρέιπφρουτ και τους αναστολείς CYP3A4.

health.in.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr