Παρότι στη εσωτερική ελληνική πολιτική αντιπαράθεση συμπεριφερόμαστε ως εάν η Σύνοδος του ΝΑΤΟ, που θα γίνει στις 11-12 Ιουλίου στις Βρυξέλλες, να έχει κύριο αν όχι και αποκλειστικό θέμα την πρόσκληση προς την πΓΔΜ, στην πραγματικότητα το κύριο βάρος της συζήτησης θα αφορά τον κεντρικό προσανατολισμό της συμμαχίας και το βασικό ερώτημα θα αφορά τη στάση του απρόβλεπτου σε τέτοιες περιστάσεις Ντόναλντ Τραμπ.

Αυτός είναι ο λόγος που όλοι εκτιμούν ότι δεν θα είναι μια κλασική Σύνοδος του ΝΑΤΟ. Παραδοσιακά τέτοιες σύνοδοι χαρακτηρίζονταν από μια προσεκτική «χορογραφία», που στηριζόταν σε λεπτομερή και εξαντλητική προετοιμασία σε επίπεδο αξιωματούχων, με τους ηγέτες να περιορίζονται στις προετοιμασμένες από πριν τοποθετήσεις τους και στην προσπάθεια να δείξουν ότι παραμένει υψηλός ο βαθμός συνοχής της συμμαχίας.

Όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ έδειξε εξαρχής ότι δεν επιθυμούσε μια τέτοιου είδους σχέση με τις διαδικασίες του ΝΑΤΟ. Μπορεί να μην επαναλαμβάνει πλέον τη θέση που είχε υποστηρίξει στην προεκλογική εκστρατεία ότι το ΝΑΤΟ είναι «απηρχαιωμένο», όμως κανείς δεν ξεχνά ότι το ντεμπούτο του σε σύνοδο κορυφής στο ΝΑΤΟ τον περασμένο Μάιο χαρακτηρίστηκε από μια χωρίς προηγούμενο επίθεση κατά των συμμάχων επειδή δεν συνεισφέρουν αρκετά στο κοινό προϋπολογισμό.

Υποστήριξε ότι 23 από τα 28 μέλη δεν συνεισφέρουν το μερίδιό τους, δηλαδή δεν δαπανούν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες, ότι αυτό «δεν είναι δίκαιο» για τους πολίτες και τους φορολογουμένους των ΗΠΑ και ότι άλλα κράτη «χρωστούν» μεγάλα ποσά.

Nέα επίθεση Τραμπ;

Όλα δείχνουν ότι και αυτή τη φορά ο αμερικανός Πρόεδρος θα θέσει και πάλι επιθετικά το ζήτημα αυτό. Άλλωστε, την τάση του να παρεμβαίνει επιθετικά σε τέτοιες διεθνείς συναντήσεις, την έδειξε και πρόσφατα κατά τη σύνοδο των G7 στο Κεμπέκ όπου συγκρούστηκε με τους υπόλοιπους ηγέτες επιμένοντας ότι η χώρα του αδικείται από τους όρους με τους οποίους διεξάγεται το παγκόσμιο εμπόριο.

Η αλήθεια είναι ότι με τυπικούς όρους οι ΗΠΑ όντως συνεισφέρουν δυσανάλογα πολύ στη συγκεκριμένη αμυντική συμμαχία, κυρίως επειδή ένας μεγάλος αριθμός αναπτυγμένων χωρών δεν έχει την ίδια κλίμακα αμυντικών δαπανών πλέον.

Πριν από 40 χρόνια το ΝΑΤΟ είχε 15 μέλη και οι ΗΠΑ συνεισέφεραν το 50% των συνολικών αμυντικών δαπανών. Σήμερα έχει 29 μέλη αλλά οι ΗΠΑ συνεισφέρουν το 72% των συνολικών αμυντικών δαπανών. Το 2017 μόνο έξι χώρες ξεπερνούσαν το όριο του 2% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες, οι ίδιες οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα, η Εσθονία, η Ρουμανία και η Πολωνία, ενώ φέτος αναμένεται να πιάσουν το στόχο αυτό η Λιθουανία και η Λετονία. Ακόμη και χώρες με μεγάλες ένοπλες δυνάμεις και πυρηνική αποτρεπτική δύναμη όπως η Γαλλία φτάνουν μέχρι το 1,79%.

Η επιθετική επιμονή του προέδρου Τραμ να συνεισφέρουν επαρκώς οι σύμμαχοι, δεν προκύπτει απλώς από την άρνησή του να βλέπει τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν αμυντικά καθήκοντα για λογαριασμό χωρών που δεν επιθυμούν να συνεισφέρουν. Αντανακλά τη συνολικότερη αντίληψή του ότι η ίδια η αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος έχει στηθεί με τρόπο ανισότιμο και σε βάρος των ΗΠΑ που αναλαμβάνουν βάρη χωρίς να έχουν και ανάλογο όφελος.

Βέβαια, ο στόχος του 2% είναι κληρονομιά της Συνόδου του 2014 στην Ουαλία που έγινε στον απόηχο της –κατά τους δυτικούς– προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία και τη νέα κλιμάκωση αυτού που έχει ονομαστεί ως ο νέος ψυχρός πόλεμος με τη Ρωσία.

Στρατηγική 30-30-30-30

Μάλιστα, στη σύνοδο των Βρυξελών προβλέπεται οριστικοποιηθεί και η στρατηγική 30-30-30-30 που υποτίθεται ότι ολοκληρώνει την ετοιμότητα της συμμαχίας να επέμβει. Σύμφωνα με αυτή η Συμμαχία θα πρέπει να διαθέτει διαρκώς 30 τάγματα πεζικού, 30 μοίρες αεροσκαφών, 30 πολεμικά σκάφη σε ετοιμότητα να παραταχθούν μέσα σε 30 μέρες απέναντι στη Ρωσία.

Η επιθετική στάση απέναντι στη Ρωσία αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδίως κατά τη δεύτερη διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα. Τόσο σε σχέση με την Ουκρανία όσο και σε σχέση με τη Συριακή κρίση, φαινόταν να κλιμακώνεται η αντιπαράθεση και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία.

Η κλιμάκωση αυτή είχε αρκετή απήχηση σε χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Ας μην ξεχνάμε ότι η τρέχουσα σύνθεση της συμμαχίας είναι αποτέλεσμα μιας επιλογής των ΗΠΑ, κατά την περίοδο της προεδρίας Κλίντον, να υπαναχωρήσουν από την αρχική δέσμευση που είχε προσφερθεί στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ότι δεν θα υπάρξει επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς.

Μάλιστα, ο βετεράνος αμερικανός διπλωμάτης George Kennan είχε εναντιωθεί σε αυτή την επιλογή θεωρώντας ότι θα αποξένωνε τη Ρωσία, όμως η αμερικανική κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει ισχυρή παρουσία στο σύνολο της Ευρώπης και να αποτρέψει οποιοδήποτε ενδεχόμενο η Ρωσία να ανακτήσει μέρος της επιρροής της.

Έτσι και σήμερα είναι κατεξοχήν η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και η Ρουμανία, χώρες που αντιμετωπίζουν παραδοσιακά την Ρωσία ως απειλή που στηρίζουν την επιθετική αντιμετώπισή της και ζητούν αναβαθμισμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο ευρωπαϊκό έδαφος.

Ούτε είναι τυχαίο ότι η Πολωνία και τη Ρουμανία έχουν συναινέσει στην εγκατάσταση αντιβαλλιστικών συστοιχιών Aegis Ashore στο έδαφός τους, παρότι η Ρωσία αντιμετωπίζει τέτοια οπλικά συστήματα ως επιθετικές ενέργειες από τη μεριά των ΗΠΑ.

Ωστόσο, η πολιτική αυτή δεν συναντά την πλήρη ομοθυμία στο εσωτερικό της συμμαχίας. Χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο λόγο επιθετικότητας έναντι της Ρωσίας, ενώ το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για την Ουγγαρία ή για άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Πάνω από όλα, όμως, δεν είναι καθόλου δεδομένου ότι η επιθετική αυτή πολιτική εκφράζει σήμερα τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο. Μάλιστα, εάν το ένα άγχος των μελών της συμμαχίας ενόψει της Συνόδου αφορά το πόσο επιθετικά θα τεθεί το θέμα της συνεισφοράς στις αμυντικές δαπάνες, το άλλο άγχος αφορά το τι θα βγει από την συνάντηση κορυφής του Τραμπ με τον Πούτιν, που θα λάβει χώρα στο Ελσίνκι στις 16 Ιουλίου.

Προσέγγιση με Πούτιν

Ο Τραμπ, που εξακολουθεί να καταγγέλλει ως ενορχηστρωμένη συνωμοσία την προσπάθεια σύνδεσης της εκλογής του με τη διαβόητη «ρωσική ανάμειξη» στις αμερικανικές εκλογές, έχει δείξει αρκετές φορές ότι θα επιθυμούσε μια καλύτερη συνεννόηση με τν Πούτιν και αυτή ήταν μια από τις βασικές διαφορές του από την Χίλαρι Κλίντον, που κατεξοχήν εξέφραζε μια «νεοψυχροπολεμική» διπλωματίας.

Την ίδια στιγμή, ο αμερικανός πρόεδρος έχει δείξει την προτίμησή του για ένα ορισμένο είδος διπλωματίας των προσωπικών συναντήσεων, εκτιμώντας ότι στο τετ α τετ με άλλους ηγέτες μπορεί να πετύχει καλύτερες συμφωνίες, όπως έδειξε στις συναντήσεις του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Ζινπίνγκ και πιο πρόσφατα στη συνάντηση κορυφής με τον ηγέτη της Βορείου Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν.

Επομένως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι σε εκείνη τη συνάντηση είναι που θα κριθούν αρκετά για το μέλλον των διεθνών σχέσεων, παρά στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.

Όμως, πέραν του ερωτήματος της διαχείρισης μιας Συνόδου είναι προφανές ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με ανοιχτά ερωτήματα. Μια συμμαχία γέννημα κατεξοχήν μιας εποχής που στηρίχτηκε στον ανταγωνισμό όχι απλώς κρατών αλλά κοινωνικών συστημάτων, εξακολουθεί να αναζητά προσανατολισμό.

Σήμερα, δείχνει να συγκροτείται γύρω από μια επιθετική στρατηγική εναντίον της Ρωσίας (και ενός δυνάμει άξονα Ρωσίας – Κίνας θα μπορούσε να συμπληρώσει κάποιος), την ίδια ώρα που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αυτή η κίνηση συναντά και την πιο ευρεία συναίνεση πρώτα και κύρια στο εσωτερικό της συμμαχίας.

Έπειτα, η ίδια η εξέλιξη των διεθνών συγκρούσεων διαμορφώνει πρωτόγνωρες καταστάσεις και νέες αντιφάσεις. Λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν λίγες δεκαετίες πριν ότι η Τουρκία, μια χώρα πάντοτε κρίσιμη στη δομή του ΝΑΤΟ, όχι μόνο θα εγκαλούσε εμμέσως πλην σαφώς τις ΗΠΑ για ανάμειξη στο πραξικόπημα αλλά και θα στρεφόταν εν μέρει και προς τη Ρωσία με σκοπό να αποφύγει τα χειρότερα στο εντός της Συριακής κρίσης.

 

Νέα αμερικανική πολιτική

Την ίδια στιγμή αναδεικνύεται και ένα συνολικότερο ερώτημα που διαπερνά όχι μόνο τη συμμαχία αλλά και τις ίδιες τις ΗΠΑ. Σε μεγάλο βαθμό η αμερικανική εξωτερική πολεμική στη μεταψυχροπολεμική περίοδο ορίστηκε εξαρχής από μια επιθυμία να διατηρήσουν μια κυρίαρχη θέση και να μην επιτρέψουν την ανάδυση ανταγωνιστών, ακόμη και με πρακτικές «διαχείρισης της αποσταθεροποίησης».

Πλευρά αυτής της κίνησης και η πεποίθηση ότι αυτή η στρατηγική θα έπρεπε να επιδιωχθεί ακόμη και εάν οι ΗΠΑ υποχωρήσουν από τον οικονομικά κυρίαρχο ρόλο που είχαν. Για την ακρίβεια εμμέσως πλην σαφώς η θέση ήταν ότι θα έπρεπε η πολιτικοστρατιωτική πρωτοκαθεδρία να επιδιωχθεί ακριβώς επειδή η οικονομική αργά ή γρήγορα δεν θα ήταν αυτονόητη.

Απέναντι σε μια Ευρώπη που ήταν πρόθυμη να εκχωρήσει την αρμοδιότητα συλλογικής ασφάλειας στις ΗΠΑ (απόηχος της επιλογής αυτής και η τρέχουσα αντιπαράθεση για τις αμυντικές δαπάνες), σε μια Ρωσία που ήταν σε φάση ανασυγκρότησης και μια Κίνα που κυρίως ενδιαφερόταν για την οικονομική ανάπτυξη, η στρατηγική αυτή μπορούσε να προχωρά.

Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, την αδυναμία των ΗΠΑ να μπορούν να προτείνουν μια συνεκτική παγκόσμια οικονομική στρατηγική (αποτέλεσμα και των διαφορετικών στρατηγικών των διαφορετικών μερίδων των αμερικανικών οικονομικών ελίτ) και τη διεκδίκηση ενός συνολικότερου ρόλου τόσο από την Κίνα ως προς την τροχιά της παγκοσμιοποίησης (με τη στρατηγική των «νέων δρόμων του μεταξιού») όσο και από τη Ρωσία ως προς τους όρους διαχείρισης κρίσεων (με αποκορύφωμα τον καθοριστικό ρόλο στη Συριακή κρίση), η αμερικανική εξωτερική πολιτική ολοένα και περισσότερο εξάγει τις αντιφάσεις της παρά τη δυναμική της. Αυτό θα είναι το υπόβαθρο όσων θα λάβουν χώρα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.

Ότι όλα αυτά σε μικρό βαθμό απασχολούν τη δημόσια συζήτηση ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ, όπως και το ότι ακόμη και πρωτοβουλίες όπως αυτή για την όποια επίλυση του «Μακεδονικού» δεν εντάσσονται στο πλαίσιο συνολικότερων εκτιμήσεων ή προτάσεων για τη θέση της Ελλάδας σε ένα τοπίο που αλλάζει, είναι απλώς ενδεικτικό μιας συνολικότερης κρίσης ως προς την ικανότητα παραγωγής πολιτικής στη χώρα μας.