Στην ανάλυση του στον Guardian για την εκλογική νίκη του Βίκτορ Ορμπάν, ο αμερικανός καθηγητής, που είναι γνωστός για τη μελέτη του για τον λαικισμό, Cas Mudde, καταλήγει: «Η Ουγγαρία του Ορμπάν δεν είναι το μέλλον της Ευρώπης, είναι το υπό παρακμή εθνικιστικό παρελθόν της. Είναι μια χώρα με έναν πληθυσμό που γερνάει και μειώνεται σταθερά, μια χώρα που στρέφεται εναντίον της ίδιας της ύπαρξης της, που φοβάται ό,τι είναι έξω από τα σύνορα της και, σταδιακά, ό,τι είναι και μέσα σε αυτά. Η ειρωνεία είναι ότι επιβιώνει κυρίως λόγω του μέλλοντος που απορρίπτει όπως, για παράδειγμα, των ενισχύσεων της ‘κακιάς’ Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Η ανάγνωση του Mudde για το αν αυτή είναι μια όψη του μέλλοντος της Ευρώπης είναι μάλλον αισιόδοξη και θα γινόταν εύκολα αποδεκτή αν ο δημόσιος διάλογος στην ΕΕ (και στην πατρίδα του τις ΗΠΑ, φυσικά) και, στη συνέχεια, οι κάλπες, δεν είχαν αναδείξει μια νέα «διεθνή», ένα νέο κίνημα.

 

H Διεθνής των Αντιδραστικών

Κάποτε, θα πάρει αρκετά χρόνια μάλλον, θα γραφτεί ένα λυσσάρι για όλους αυτούς, σαν τα παραρτήματα στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων ιστορίας ή, ίσως, ένα λεξικό, που θα επικαιροποιεί στη λεξικογραφία τα λήμματα «Νέα Τάξη Πραγμάτων», «Τζόρτζ Σόρος», «βιομετρικός», «αυτοάμυνα», «οπλοκατοχή», «χούντα» και άλλα – το μενού είναι ιδιαιτέρως πλούσιο, η χαρά του γλωσσολόγου. Θα χρειαστεί κι άλλους κοινωνικούς επιστήμονες – έτσι, για να μη λέτε ότι πέθαναν οι επιστήμες αυτές – για να γράψουν για τις δυνάμεις αυτές στην Ευρώπη που αγαπούν να ανασύρουν τον φόβο και να τον καθιστούν πολιτικό κριτήριο, προκειμένου μετά να τσιγκλίσουν τα πιο ταπεινά κι αντιδραστικά ένστικτα.

Είναι αυτοί που εξαιτίας τους έχει χρειαστεί τα τελευταία χρόνια να συζητάμε, π.χ. για το αν πρέπει να έχουμε όπλα και να πυροβολούμε όποιον μπει σπίτι μας, για το αν στις γυναίκες ανήκει το σώμα τους και το δικαίωμα να κάνουν άμβλωση, για το αν είναι ελευθερία του λόγου να καλεί ένας αξιωματούχος πολίτες στους οποίους ασκεί επιρροή να μισήσουν ή και να φτύσουν συμπολίτες τους ενάντια στην κακιά «πολίτικαλ κορεκτίλα» της προστασίας του λιγότερο προνομιούχου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Βάλτε μέσα σε αυτό το μείγμα τον ελιτισμό του «χαζού λαού» ως αντίδραση στον «λαό του πολυμήχανου Οδυσσέα», λευκό προνομιακό φεμινισμό ή επιθετικό «φιλελεύθερο» αντιφεμινισμό, κακοχωνεμένες αναγνώσεις του Φουκώ που καταλήγουν, στην πιο λαϊκή εκδοχή τους, σε αντιεμβολιαστικά κινήματα, υγιεινισμό και καχυποψία προς την συμβατική ιατρική που παρουσιάζεται με λάιτ και ποπ τρόπο σε δημοφιλή μέσα (ενώ παλιά θα έβρισκε έκφραση στο βαθύ περιθώριο των ΜΜΕ) διεκδικώντας, επιθετικά, το μέρος της δημοσιότητας που της αναλογεί στο πλαίσιο της «ελευθερίας». Μιας ελευθερίας που χωρίς ανοιχτή κοινωνία είναι απολύτως πλασματική, είναι ελευθερία στα λόγια, στα χαρτιά.

Και δυστυχώς τα ποσοστά των πολιτικών δυνάμεων που είτε χαρακτηρίζονται πλήρως, με σχέση οντολογική, είτε έχουν κάνει συγκυριακή χρήση όλης ή μέρους της παγκόσμιας «βιβλιογραφίας» των συμβόλων της αντίδρασης, κάνουν την επανεκλογή του Ορμπάν να μη μοιάζει καθόλου σαν μια εσωτερική υπόθεση της Ουγγαρίας.

Οι συζητήσεις που μπαίνουν στην μείνστριμ δημόσια ατζέντα στην Ευρώπη δεν είναι αποκλειστικότητα μια δυο χωρών, μόνο το εύρος, η ένταση κι η ποιότητα των ΜΜΕ αλλάζει. Τα σύμβολα είναι ίδια. Σε αυτές τις εκλογές ο Ορμπάν αφιέρωσε μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του στο μεταναστευτικό, στην υπόνοια ότι είναι ένα οργανωμένο σχέδιο, μια ισλαμική «απόβαση» στην Ευρώπη και σε επιθέσεις στον Τζορτζ Σόρος (η δαιμονοποίηση του οποίου ενώνει το φάσμα της αντίδρασης). Τα ίδια που λέει, π.χ., κι ο Πάνος Καμμένος από όταν ίδρυσε τους Ανεξάρτητους Έλληνες, το κόμμα που καθαγίασε η ελληνική κυβερνώσα αριστερά των κινημάτων, των δικαιωμάτων που αγαπά τους πρόσφυγες αλλά τους στέλνει πακέτο Τουρκία, όταν δεν τους στοιβάζει στη Μόρια κλπ κ.λπ.

Είναι κάπως καταπραϋντική η σκέψη ότι η Ελλάδα δεν είναι Ουγγαρία, ότι τα παραδοσιακά κόμματα κρατάνε ακόμη την πρωτιά (με χίλια ζόρια) στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, ότι ο Ορμπάν κι ο κάθε Ορμπάν είναι το παρελθόν κι όχι το μέλλον της Ευρώπης. Το άμεσο ζήτημα είναι η μεγάλη εικόνα, ότι η ατζέντα της αντίδρασης είναι στο παρόν της Ευρώπης.

Είναι, επίσης, καταπραϋντική η σκέψη ότι η ΕΕ θα «σώζει» τις χώρες των οποίων οι πολίτες εκλέγουν τύπους σαν τον Ορμπάν, που επιλέγουν, δηλαδή, δημοκρατικά, πλειοψηφικά, μια κλειστή, μια ανελεύθερη, δημοκρατία. Καλοσύνη της φυσικά. Τίθεται ένα ερώτημα όμως: αν πρέπει να το κάνει, αν ρώτησε τα «θύματα» αν θέλουν να «σωθούν» ή, εν πάση περιπτώσει, αν αξίζει τον κόπο πια.

Σχεδόν 70% των Ούγγρων ψήφισαν τον ακροδεξιό Ορμπάν και τους νεοναζί του Jobbik. Είναι, φυσικά, δικαίωμα τους. Αλλά αν σε έναν υπερεθνικό οργανισμό, μια ένωση, δεν θέλουν πια όλα τα μέλη του να συμφωνήσουν στα θεμελιώδη, στα καταστατικά, στα αξιακά, δεν είναι άδικο να αναρωτιέται κανείς για το μέλλον του. Αλλιώς κι οι κεντροδεξιοί Ευρωπαίοι ηγέτες και στελέχη που συνεχάρησαν τον Ορμπάν για τη νίκη του κινδυνεύουν να την πατήσουν άσχημα, τόσο από την γραφειοκρατική τους αντίληψη όσο και από την δυτικοευρωπαική συγκαταβατική «ανωτερότητα» με την οποία αντιμετωπίζουν ως «εξαιρετικές» περιπτώσεις τους φτωχούς και ταλαιπωρημένους από την ιστορία τους, εταίρους τους.