Ποιος θα το έλεγε πριν από σαράντα χρόνια, ότι το Πανεπιστήμιο θα έφθανε να μελετήση από τόσο κοντά και σε τελική ανάλυση με τόσο «σεβασμό» τον σουρρεαλισμό; Αυτό τουλάχιστον συμβαίνει στο εξωτερικό. Μια Αμερικανίδα φίλη, η κυρία Άννα Μπάλακιαν, μου εκμυστηρεύθηκε ότι το ένα τρίτο των νεαρών καθηγητών που ζητούν μια έδρα γαλλικής στο Γέηλ ή το Χάρβαρντ σκοπεύουν να κάνουν μαθήματα για τον σουρρεαλισμό. Συμφωνήσαμε πως είναι υπερβολικό.

Από την Τσεχοσλοβακία έρχεται ένα τεύχος του περιοδικού «Σλοβένσκι Πολέντι», αφιερωμένο στον σουρρεαλισμό, που καταλήγει σ’ ένα λεξικό απόλυτα ενημερωμένο. Και κάτι άλλο: να ένα γράμμα που έφθασε μόλις από την Βουδαπέστη, την «νευραλγική» αυτή πόλιν. Αναφέρει την προσεχή έκδοσιν στα ουγγρικά του «Μανιφέστου του σουρρεαλισμού». Όλα αυτά σημαίνουν πως, πέρα από τον ανταγωνισμό των δύο μεγάλων «παρατάξεων», ο σουρρεαλισμός εισδύει παντού.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 13.12.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Εξ ορισμού» ο σουρρεαλισμός δεν είναι δυνατόν να αντιταχθή σε καμμιά νέα έκφρασιν της ανταρσίας, οποιαδήποτε κι’ αν είναι η μορφή της.

Αρκεί να διαπιστώση κανείς ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Ποπ Αρτ»:

Αναμφισβήτητα πολιορκεί τις πιο παράλογες και βλαβερές όψεις της βιομηχανικής κοινωνίας, αλλά δεν την καταγγέλλει «ανοικτά», κι’ αυτό με κάνει να σκέπτωμαι πως συμβιβάζεται μαζί της ή ακόμη πως συμμετέχει σ’ αυτήν.


Μια τέτοια άποψις βρίσκεται πολύ πίσω από την παντοτινή δική μας θέσιν. Χάρις στην ίδια την ποιητική του σύστασιν, ο σουρρεαλισμός αποστρέφεται οτιδήποτε μέσα στο πλαστικό έργο, στηρίζεται σε «κατάλοιπα» και απορρίμματα.

Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είπε πρόσφατα, με εξαιρετικό τρόπο, εκείνα που σκέπτεται για το φαινόμενο «γε-γε».

Εγώ έχω ήδη εκθέσει τόσες φορές το ελάχιστο ενδιαφέρον μου για το μυθιστόρημα, ώστε να μην περιμένη κανείς από μένα μια κρίσιν για το «νέο μυθιστόρημα». Παρ’ όλα αυτά, τίποτε δεν μ’ εμποδίζει να ενδιαφέρωμαι για τα έργα που υπογράφει ο Ράουσενμπεργκ, ο Ρομπ-Γκριγιέ ή ο Μπυτόρ.

Η κυρίως ποίησις, όσο κι’ η ποίησις που σήμερα εμπλουτίζει όσο ποτέ άλλοτε τις εικαστικές τέχνες, οφείλει οπωσδήποτε να επιβάλλη τον σεβασμό προς την αρχική, ετυμολογική έννοιά της. Σ’ όλες τις εποχές, σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη, εκείνη κατηύθυνε το συναισθηματικό πλέγμα του ανθρώπου και δεν θα της ήταν δυνατό να απαρνηθή οποιοδήποτε από τα προνόμιά της χωρίς να προδώση ακριβώς τον άνθρωπο.


Μια για πάντα, ο Ρεμπώ καθώρισε την ευθύνη του ποιητή: «Εάν αυτό που φέρνει από εκεί κάτω έχη μορφή, προσφέρει μορφή. Εάν είναι άμορφο, προσφέρει κάτι άμορφο». Υπογραμμίζοντας τις λέξεις «εκεί κάτω» θέλησε να δείξη πως εκεί εμπεριέχονται τα πάντα. Το σπουδαιότερο λοιπόν απέναντι σ’ ένα έργο είναι να υπολογίση κανείς σε ποιο βαθμό αυτού του «εκεί κάτω» κατώρθωσε να φθάση ο συγγραφέας. Αυτή η βασική πεποίθησις είναι εκείνη που μας επιτρέπει να μιλούμε για μια «εσωτερική» στάσιν του σουρρεαλισμού.

Στο σύντομο αυτό κείμενο δεν έχω την αξίωσιν να διερευνήσω ένα πρόβλημα που τίθεται με οξύτητα στην εποχή μας: το πρόβλημα της σεξουαλικής διαπαιδαγωγήσεως. Εκπληκτική υπήρξε και είναι στο σύνολό της η έλλειψις προετοιμασίας των ανθρώπων και των δύο φύλων σχετικά με την φυσική τους επαφή.

Πάντως ο σχεδόν απόλυτος εμπειρισμός που βασιλεύει σ’ αυτόν τον τομέα είναι γενεσιουργός αμφιβολιών, φαντασμάτων και άγχους. Χάρις στην βοήθεια της ψυχαναλύσεως δημιουργήθηκε η τάσις να θεραπεύουμε τις «ασθένειες» αυτές με την σεξουαλική διαπαιδαγώγησιν, αλλά οι μαρτυρίες συγκλίνουν για να δείξουν ότι, όπου εφαρμόσθηκε το μέτρο αυτό, επακολούθησε έντονος «αποχρωματισμός» και υποχώρησις στην «χαρά της ζωής».


Αυτό το αποτέλεσμα δημιουργήθηκε γιατί, ίσως από βιασύνη «να τελειώνουν», απέσπασαν τον πέπλο και εμόλυναν τον χώρο όπου υφαίνονται τα όνειρα. Και στην περίπτωσιν αυτήν είναι καλύτερα να στηριχθή κανείς στην αρχή πως οτιδήποτε «αποκαλύπτεται» πρέπει με κάποιον άλλον τρόπο να «καλύπτεται». Αυτήν την νέα «κάλυψιν», πιστεύω ότι μόνον η ποίησις μπορεί να την αναλάβη.

Με βάσιν αυτήν την άποψιν αισθάνθηκα την ανάγκη να αντιτάξω στην σεξουαλική διαπαιδαγώγησιν, με τον απότομο τρόπο που εφαρμόζεται, μια εισαγωγή, που η μέθοδός της μένει ακόμη να καθορισθή. Η μέθοδος αυτή δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθή παρά μόνον με την κοινή συζήτησιν σεξολόγων, ιατρών, ψυχολόγων, εκπαιδευτικών και… ποιητών.

Αναλαμβάνοντας τον αγώνα εναντίον της αγνοίας και της συγχύσεως που σ’ αυτόν τον τομέα εξυπηρετούν την φρικτότερη υποκρισία, πρέπει παράλληλα να αγρυπνούμε, για να μην καταστραφή τίποτε από εκείνα που ριζώνουν στα κατάβαθα της ανθρώπινης καρδιάς.

Ποτέ ο έρωτας, στην υψηλότερη σύλληψίν του, δεν θα χάση το μυστήριό του το μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής και δεν θα παύση να ιερουργήται σαν μυστήριο.

Δεν διστάζω να σκεφθώ πως η πολιτική αριστερά βρίσκεται σήμερα σε τόσο κακή κατάστασιν, γιατί πάσχει ακόμη από την αισχρή ανεκτικότητα που έδειξαν πολλοί απέναντι στα χειρότερα κακουργήματα του σταλινικού καθεστώτος. Θα αντιτείνουν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει; Η πρόσφατη δίκη του νεαρού ποιητού Μπρόντσκυ θα αρκούσε για να δείξη πόση σημασία δίνουν ακόμη στην Σοβιετική Ένωσιν για την ελευθερία της δημιουργίας.

Η «ασθένεια» εντοπίζεται κυρίως στο εξής: πέρα από τα όρια της σημερινής κυριαρχίας του, όπου καταπνίγει αποτελεσματικά κάθε ελευθερία εκφράσεως, το επονομαζόμενο κομμουνιστικό κόμμα, χάρις στις τέλειες μεθόδους στρατολογίας και οργανώσεως που διαθέτει, πολώνει γύρω του την δυσαρέσκεια της καταπιεζομένης τάξεως και σ’ ένα αυστηρά περιωρισμένο πεδίο είναι το ικανώτερο, αν όχι το μόνο, που κατορθώνει να επιτυγχάνη τις διεκδικήσεις του.

Θα έπρεπε να προσθέσω πως οι περίφημες αυτές ημέρες της Οκτωβριανής Επαναστάσεως, που συγκλόνισαν τον κόσμο, διατηρούν την μεγάλη τους δύναμιν επιβολής πάνω στις διαδοχικές γενιές των νέων, οι οποίοι δεν εξετάζουν πολύ προσεκτικά την «συνέχεια» και καίνε τα φτερά τους σ’ αυτήν την φλόγα, όπως τα εκάψαμε κι’ εμείς.


Το πρόβλημα της αριστεράς είναι να αποφασίση εάν θα πρέπει να συμπεριλάβη ή όχι τους σημερινούς «κομμουνιστάς». Δεν θα είχα την αλαζονεία να λύσω εγώ αυτό το πρόβλημα.

Πάντως, ό,τι και να συμβή, ακόμη κι’ αν η κατάστασις γινόταν χειρότερη, η αριστερά θα γεννιόταν πάλι από τις στάχτες της, ιδιαίτερα στην Γαλλία. Τα ονόματα του Ροβεσπιέρου και του Σαιν-Ζυστ, του Φουριέ, του Ντελεκλύζ και του Ριγκώ, ακόμη κι’ αν αυτήν την στιγμή καλύπτωνται από το βουητό του κοπαδιού, δεν έπαψαν ν’ αντηχούν στους δρόμους του Παρισιού.

*Τα ανωτέρω συνιστούν το κείμενο συνεντεύξεως που είχε παραχωρήσει κατά παράβαση των συνηθειών του ο Αντρέ Μπρετόν το Δεκέμβριο του 1964, επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως σαράντα ετών από τη δημοσίευση του περίφημου (πρώτου) «Μανιφέστου του σουρρεαλισμού». Οι απόψεις του Μπρετόν είχαν περιληφθεί σε άρθρο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 1964.

Ο Αντρέ Μπρετόν (André Breton) πεζογράφος, ποιητής, κριτικός, εκδότης και πολιτικός ακτιβιστής υπήρξε ένας εκ των θεμελιωτών και μείζων θεωρητικός του κινήματος του σουρρεαλισμού (υπερρεαλισμού).


Ο Μπρετόν γεννήθηκε στην κωμόπολη Tinchebray της Νορμανδίας στις 19 Φεβρουαρίου (στις σχετικές πηγές απαντά και η 18η Φεβρουαρίου) 1896 και απεβίωσε στο Παρίσι στις 28 Σεπτεμβρίου 1966.