Ο ποιητής άγγιξε πάνω στις πέτρες την αφή του μυθικού βασιλιά της Ασίνης. Ο αρχαιολόγος αγγίζει καθημερινά τις αφές αναρίθμητων ανθρώπων που έζησαν αιώνες πριν απ’ αυτόν και χάθηκαν για πάντα· ούτε καν ένα όνομα· μονάχα το κενό, «η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής». Κάποτε όμως τα χέρια του πιάνουν κάτι αναπάντεχα επώνυμο, συναρπαστικά ένδοξο: το κράνος του Μιλτιάδη, αυτό που φορούσε στην περιώνυμη μάχη του Μαραθώνα, το κύπελλο του Φειδία, αυτό που είχε δίπλα του όταν στην Ολυμπία έπλαθε την ασύλληπτη μορφή του Δία, το όστρακο όπου ο Αθηναίος πολίτης είχε χαράξει το όνομα του Θεμιστοκλή ή του Αριστείδη, για να ψηφίσει τον οστρακισμό του.

Ο συντάκτης αυτού του κειμένου έχει ως αρχαιολόγος μιαν άλλη εμπειρία, απροσδόκητη και διδακτική. Χρόνια ολόκληρα, από μικρό παιδί, άγγιξε πέτρες και όπλα, αγγεία και κοσμήματα άγνωστων παλαιικών ανθρώπων που είχαν ζήσει σε μιαν απόμερη γωνιά του βορειοελλαδικού χώρου. Στο ξεκίνημα της αρχαιολογικής έρευνας αυτού του χώρου οι ερευνητές δεν είχαν ούτε τη μια λέξη της «Ιλιάδας» που γνώριζε ο ποιητής. Τα ερείπια, ξεχασμένα από όλους, είχανε δώσει το συμβατικό του όνομα στο μοναδικό χωριό της περιοχής, στα Παλατίτσια (=από το ερειπωμένο παλάτι). Στην απελπισία του ο πρώτος ανασκαφέας, ο Leon Meyzey, αναζήτησε στις αρχαίες πηγές κάποια βοήθεια. Και βρήκε σε κάποιο αρχαίο λεξικό το όνομα μιας πόλης που κανένας δεν ήξερε τη θέση της και κανένας δεν την μνημόνευε στην ιστορία. Την έλεγαν Βάλλα ή κατά τους Ρωμαίους Ουάλλα. Σ’ αυτή την άγνωστη πόλη, δίπλα στα Παλατίτσια, υψωνόταν κάποτε ένα λαμπρό ανάκτορο· ακόμα ο Γάλλος ερευνητής ανέσκαψε και έναν παράξενο για την εποχή του (1861) τάφο, με δύο χώρους στεγασμένους με καμάρα, με ωραία λίθινη κλίνη και επιβλητική μαρμάρινη θύρα. Στη συνέχεια των ανασκαφών από το 1938 ως το 1940, από τον Κ. Α. Ρωμαίο, τα ερείπια του ανακτόρου ανακαλύφθηκαν σε μεγαλύτερη έκταση και ένας δεύτερος παρόμοιος τάφος (τώρα πια τους ονομάζαμε μακεδονικούς) μας έδειξε τη λαμπρή του πρόσοψη και τον ωραίο μαρμάρινο θρόνο του. Τώρα δίπλα στις αρχαιότητες είχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο χωριό: η Βεργίνα.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 26.9.1982, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σ’ αυτό το σημείο έπιασα την ερευνητική σκυτάλη. Ένα απέραντο νεκροταφείο τύμβων στάθηκε ο πρώτος στόχος μου. Ταφές από το 1000 ως το 700 π.Χ., τουλάχιστο, και άλλες του 4ου, 3ου και 2ου αιώνα μαρτυρούσαν για τη μακρότατη ζωή του χώρου. Οι πρώτες αμφιβολίες μου για την ταύτισή του με την άγνωστη Βάλλα διατυπώθηκαν δισταχτικά από το 1955, όταν έγραψα πως «η περιοχή είναι εξαιρετικά πλούσια σε μακεδονικές αρχαιότητες, αλλά δεν μπορούμε να της αποδώσουμε ακόμη ένα αρχαίο όνομα», υποσημειώνοντας πως «η υπόθεση του Meyzey που την ονόμασε Βάλλα παραμένει αβέβαια και περιμένει την αρχαιολογική έρευνα για να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί». Από τότε σε όλα μου τα δημοσιεύματα μιλούσα για ένα λαμπρό κέντρο του μακεδονικού ελληνισμού. Οι ανασκαφές προχωρούσαν, το ανάκτορο αποκαλύφθηκε σε όλη την έκτασή του, ένα δεύτερο οικοδόμημα δίπλα σ’ αυτό συμπλήρωνε τη γνώση μας για την οικοδομική δραστηριότητα, όμως όλες αυτές οι ψηφίδες της αρχαιολογικής γνώσης, που συμπλήρωναν κάποια κομμάτια του χαμένου ψηφιδωτού, δεν κατάφερναν να συνθέσουν ένα σύνολο με συνοχή, να αναπλάσουν μιαν εικόνα με συγκεκριμένο ιστορικό νόημα. Έλειπε πάντα το καίριο εκείνο κομμάτι που θα μας βοηθούσε στη σύνθεση των αποσπασμάτων που με κόπο κατορθώναμε να αποκαταστήσουμε.


Το ανάκτορο των Αιγών (πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού – copyright ΥΠΠΟ)

Και τότε (1968) ήρθε η εμπνευσμένη και τολμηρή υπόθεση του N. G. L. Hammond. Όλα αυτά τα μνημεία, είπε, ανήκουν στην πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδόνων, τις Αιγές, που ως τότε ταυτίζαμε με την Έδεσσα. Δεν ήταν εύκολο να δεχτούμε αμέσως μια τόσο αναπάντεχη πρόταση, που ερχόταν σε αντίθεση με ό,τι όλοι μας, αρχαιολόγοι και ιστορικοί, θεωρούσαμε ως καλοθεμελιωμένη γνώση. Πρώτος εγώ δήλωσα πως μου είναι αδύνατο να πιστέψω στην άποψή του, όσο κι αν θα ήμουν ευτυχής να σκάβω την πρωτεύουσα των Μακεδόνων έστω και αγνοώντας το.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 3.10.1976, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σε λίγα όμως χρόνια (1976) η συνέχεια της έρευνας με υποχρέωσε να αναθεωρήσω τη γνώμη μου. Τα ευρήματα της χρονιάς εκείνης με έπεισαν για την ορθότητα της υπόθεσης του Hammond. Και έγραφα τότε στο «Βήμα» το πρώτο μου άρθρο με τίτλο «Αιγές και Βεργίνα», υποστηρίζοντας με αρχαιολογικά πια τεκμήρια όσα ο Άγγλος ιστορικός είχε στηρίξει σε συλλογισμούς ιστορικούς. Και προχωρώντας έκανα την πρόβλεψη πως η συνέχιση των ανασκαφών μπορεί να μας δώσει την πιο απίστευτη αμοιβή, να βρούμε τους βασιλικούς τάφους που υπήρχαν στις Αιγές. Η θεωρητική τούτη αισιοδοξία μου στάθηκε πολύτιμο κίνητρο για τη συνέχιση της έρευνας, ήταν όμως αδύνατο να προβλέψω ως πού θα με οδηγούσε. Η επιβεβαίωση ήρθε πολύ γρήγορα, όταν την επόμενη χρονιά η τύχη θέλησε να αποκαλύψουμε τους δύο πρώτους λαμπρούς τάφους. Η υπόθεση πως ο ένας απ’ αυτούς ανήκε στον Φίλιππο τον Β’ προκαλούσε δέος και αναστάτωση. Όμως από τη στιγμή εκείνη η αφή της ιστορίας έπαιρνε ασύλληπτες διαστάσεις. Κάθε νέο εύρημα ερχόταν να φωτίσει όλα τα προηγούμενα και να τους δώσει τη σωστή θέση στο σύνολο του χαμένου ψηφιδωτού που προσπαθούσαμε να ανασυνθέσουμε. Αρχαιολόγοι και ιστορικοί αναζητούσαμε πια τα καίρια κομμάτια που μας έλειπαν για να θεμελιώσουμε σωστά όσα οι σκόρπιες και αβέβαιες γνώσεις μας μάς έκαναν ως τότε να τα θεωρούμε άλλοτε ως απλές υποθέσεις και άλλοτε ως πιθανές δυνατότητες. Τα τείχη της πόλης επισημάνθηκαν σε όλη τους σχεδόν την έκταση, λείψανα οικιών αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία που έδειχναν την τεράστια έκταση της πόλης, τα ονόματα στις επιτύμβιες στήλες μαρτυρούσαν πως αυτοί οι άγνωστοι Μακεδόνες είχαν τα πιο χαρακτηριστικά ελληνικά ονόματα, άλλοι τρεις επιβλητικοί μακεδονικοί τάφοι ήρθαν να προσθέσουν τη μνημειακή τους παρουσία στην περιοχή, ακόμη και τα θεμέλια ενός τεράστιου περιβόλου, που μπορεί να θεωρηθεί ως λείψανο του στρατοπέδου των Γαλατών μισθοφόρων του Πύρρου, είναι τώρα ορατά.


Το ανάκτορο των Αιγών (πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού – copyright ΥΠΠΟ)

Όμως όλοι μας γνωρίζαμε πως η πιο δραματική ιστορική πράξη που συντελέστηκε σ’ αυτήν την παλιά πρωτεύουσα των Μακεδόνων ήταν η δολοφονία του Φιλίππου, όταν γιόρταζε τους γάμους της κόρης του Κλεοπάτρας με το βασιλιά της Ηπείρου Αλέξανδρο. Τότε, μας πληροφορούν οι ιστορικοί, είχε καλέσει αντιπροσώπους από όλες τις ελληνικές πόλεις· είχαν όλοι συγκεντρωθεί στο θέατρο· πρώτοι μπήκαν σ’ αυτό οι δύο Αλέξανδροι, ο γαμπρός και ο αδελφός της νύφης, ο μελλοντικός κοσμοκράτορας· ύστερα ο Φίλιππος, αφήνοντας πίσω τους σωματοφύλακές του, προχώρησε μονάχος, περήφανος που ήταν πια ο αρχηγός όλων των Ελλήνων, αρχιστράτηγος της εκστρατείας ενάντια στους Πέρσες. Μόλις προχώρησε στην ορχήστρα, ο Παυσανίας, νέος αξιωματικός της φρουράς, τον χτύπησε με το ξίφος και τον άφησε νεκρό. Ο ίδιος έτρεξε να φύγει, αλλά μόλις βγήκε από το θέατρο μπερδεύτηκε, πιάστηκε και σκοτώθηκε επί τόπου. Όλη αυτή η αληθινή ιστορία μοιάζει λιγάκι με παραμύθι ή με μια ρομαντική κατασκευή εύκολου ιπποτικού μυθιστορήματος. Όταν την ακούς ή την διαβάζεις μπορείς να πλάσεις με το μυαλό σου το σκηνικό του χώρου όπως το θέλεις ή το μπορείς.


Άποψη του ανακτόρου και του θεάτρου των Αιγών

Όμως οι ιστορικοί, που δεν αγαπούν τα παραμύθια και τα μυθιστορήματα, που χρειάζονται πιο χειροπιαστά στοιχεία, ύστερα από τις πρόσφατες ανακαλύψεις της Βεργίνας, έγραψαν πως η ανεύρεση του θεάτρου των Αιγών πρέπει να είναι ο μελλοντικός στόχος των αρχαιολόγων. Η τύχη στάθηκε για μιαν ακόμα φορά εξαιρετικά αγαθή στους αρχαιολόγους. Έτσι τις τελευταίες μέρες του περασμένου μήνα οι πρώτες πέτρες του ιστορικού θεάτρου άρχισαν να προβάλλουν μέσα από το χώμα. Τώρα πια μπορούμε να αγγίξουμε πάνω σ’ αυτές τις πέτρες την αφή του βασιλιά που άφησε τη ζωή του σ’ αυτή την ορχήστρα που πατούμε με τα πόδια μας. Ο άσαρκος λόγος των ιστορικών κειμένων βρίσκει τη σάρκα του. Ο αρχαιολόγος τώρα βλέπει τη βασιλική συνοδεία να βγαίνει από την ανατολική είσοδο των ανακτόρων, να κατηφορίζει τα εκατό περίπου μέτρα που τη χωρίζουν από το θέατρο, να μπαίνει από την ανατολική πάροδο και να παίρνει τη θέση της στα λίθινα εδώλια που κλείνουν τον κύκλο της ορχήστρας· ο βασιλιάς μονάχος δέχεται το θανάσιμο πλήγμα· ο δολοφόνος μέσα στη γενική σύγχυση τρέχει στη δυτική πάροδο· λιγότερα από εκατό μέτρα τον χωρίζουν από τα τείχη και την πύλη, όπου τον περιμένουν οι συνεργάτες του· ύστερα η χαράδρα και τα βουνά που θα τον οδηγήσουν προς τη δυτική Μακεδονία, όπου ζουν οι φίλοι του, αντίπαλοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.


Το ανάκτορο των Αιγών (πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού – copyright ΥΠΠΟ)

Τώρα βλέπουμε πια το κάθε βήμα όλων των προσώπων του δράματος, μετρούμε τις στιγμές, καταλαβαίνουμε πως αυτά όλα είναι εντελώς πραγματικά, απόλυτα νοητά. Η αφή της ιστορίας μέσα στο μικρό αυτό αλώνι της ορχήστρας, στο κοχύλι του θεάτρου, στα κατώφλια του παλατιού, στα στενά περάσματα των «παρόδων» στις πέτρες της χαράδρας που βρίσκεται εκεί για να προστατέψει το δολοφόνο, δεν αποτελεί μονάχα οξύ και εύστοχο ποιητικό λόγο, αλλά την ακριβέστερη λεκτική περιγραφή της πιο απλής και ορατής πραγματικότητας.


Το θέατρο των Αιγών (πηγή: diazoma.gr)

Η αρχαιολογία ευτύχησε, για μιαν ακόμα φορά, να προσφέρει στην ιστορική έρευνα το αισθητό σώμα της ιστορικής πράξης.

*Άρθρο του αειμνήστου Μανόλη Ανδρόνικου, που έφερε τον τίτλο «Αφή ιστορίας» και είχε δημοσιευτεί στο «Βήμα της Κυριακής» που είχε κυκλοφορήσει στις 26 Σεπτεμβρίου 1982.


Ο Μανόλης Ανδρόνικος (1919-1992)

Σήμερα το μεσημέρι εγκαινιάζεται από τον πρωθυπουργό το πρόσφατα αναστηλωμένο ανάκτορο των Αιγών, το επίκεντρο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος με το οποίο ο Φιλίππος Β’ εκσυγχρόνισε και αναβάθμισε τη βασιλική μητρόπολη των Μακεδόνων.


Το κτίριο, το μεγαλύτερο οικοδόμημα της κλασικής Ελλάδας, άρχισε να κατασκευάζεται στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. και είχε ολοκληρωθεί το 336 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Β’ δολοφονήθηκε, καθώς έμπαινε στο γειτονικό θέατρο.


Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, το αναστηλωμένο ανάκτορο των Αιγών (πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού – copyright ΥΠΠΟ).