Για τον άνθρωπο του τέλους του εικοστού αιώνα, τον εμποτισμένο ως τις βαθύτερες ίνες τού είναι του με ιστορικές μνήμες, το «γνώθι σαυτόν», ως προϋπόθεση και στήριγμα κάθε ορθής συμπεριφοράς, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, παιδεία σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ιστορική και κοινωνική παιδεία, κατανόηση των ιδεών, των γεγονότων και των συμβάντων που τον έφεραν κοντά ή τον απομάκρυναν από τους ομοίους του· και φυσικά, κατανόηση, ιδιαίτερα, των δομικών αλλαγών που έχουν επέλθει, στο τέλος αυτού του αιώνα, σε ολόκληρο το φάσμα των ιδεών και των θεσμών και που έκαναν πρόσφατα τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ να αναφωνήσει, σε επιστολή του προς έναν από τους ηγέτες της Δύσεως: «Η ζωή καταρρίπτει τα γηρασμένα φράγματα ανάμεσα στα οικονομικά συστήματα».

Τούτο προϋποθέτει, βεβαίως, κατανόηση των αληθειών, αλλά και των πλανών. Επειδή ο άνθρωπος δεν εκπαιδεύεται μόνο από τις αλήθειες που έχει κατακτήσει, αλλά και από την αναγνώριση των πλανών που διέπραξε ο ίδιος ή που άλλοι διέπραξαν για λογαριασμό του. Και με την επίγνωση ότι, σε κάθε περίπτωση, ο περισσότερο επικίνδυνος δογματισμός δεν οφείλεται τόσο στην αδιαφορία για την αλήθεια όσο στην υπερβολική πίστη για ό,τι νομίζεται ως αλήθεια, χωρίς να είναι.

Το κριτικό πνεύμα δεν γίνεται ενεργό χωρίς την αμφιβολία· και πολύ ορθά έχει λεχθεί ότι «η αμφιβολία είναι η αξιοπρέπεια του στοχασμού».

Ιστορική και κοινωνική παιδεία σημαίνει, όμως, ευρύτερα, απομυθοποίηση και εκλογίκευση της πολιτικής πρακτικής και του κοινωνικού ήθους σε όλα τα επίπεδα: σ’ εκείνο της λειτουργίας των κατεστημένων εξουσιών, και σ’ εκείνο των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών οργανώσεων, στον δημόσιο όσο και τον καθημερινό βίο.

Όλα αυτά προϋποθέτουν, όπως είναι προφανές, ατομικό και συλλογικό «γνώθι σαυτόν» που ξεπερνά τα όρια της απλής αυτοκριτικής.

Το Κυλώνειον Άγος που εταλάνισε τη χώρα μας κατά το πλείστο του παρόντος αιώνα δεν θεραπεύεται με απλά αντίδοτα, αν στη συνείδηση του κάθε πολίτη δεν δημιουργηθεί ταυτόχρονα η πεποίθηση ότι πέρα από το Εγώ υπάρχει το Εμείς.

Και θα πρέπει ακόμη να κατανοήσομε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει ριζικά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αποστολή της πολιτικής, αν θέλομεν η πολιτική να μην είναι μόνο Παρόν ή Παρελθόν, αλλά και Μέλλον.

Η αναγωγή της πολιτικής στην αντιπαράθεση «Φίλος – Εχθρός» οδήγησε, και σ’ εμάς και αλλού, σε καταστροφές που όλοι γνωρίζομε. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, η διαβρωτική επενέργεια ιδεολογιών αυτής της μορφής είχεν ως αποτέλεσμα μία γενικευμένη και παγιωμένη υποτίμηση της σημασίας του Κοινού Αγαθού.

Έτσι που τελικά η παρανομία των κυβερνωμένων να εμφανίζεται πολλές φορές ως αντισταθμιστικός παράγων της αυθαιρεσίας και της ανευθυνότητας των κυβερνώντων.

Δεν χρειάζεται πολλή σοφία για να κατανοήσει κανείς ότι στον κοινωνικοπολιτικό χώρο οι πλάνες και τα σφάλματα συσσωρεύονται όταν οι διαφορές συμφερόντων και ιδεών μεταβάλλονται σε χάσματα, μέσα στα οποία εξαφανίζεται η αίσθηση του Κοινού Αγαθού και το Μέλλον γίνεται βορά στην απληστία του Παρόντος. Την ευνομία διαδέχεται τότε η αλαζονεία της εξουσίας και η ατομική ή συντεχνιακή έπαρση.

Ας θυμηθούμε, όμως, αυτά τα λόγια του Θουκυδίδη:

«Εγώ γαρ ηγούμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ορθουμένην ωφελείν τους ιδιώτας ή καθ᾽ έκαστον των πολιτών ευπραγούσαν, αθρόαν δε σφαλλομένην. Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ᾽ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούση πολλώ μάλλον διασώζεται. Οπότε ουν πόλις μεν τας ιδίας ξυμφοράς οία τε φέρειν, εις δ᾽ έκαστος τας εκείνης αδύνατος, πώς ου χρη πάντας αμύνειν αυτή…»*

Είναι η καλλιέργεια της αισθήσεως αυτής του Κοινού Αγαθού ή του Κοινού Συμφέροντος που αποτελεί τον ύψιστο σκοπό της παιδείας. Δι’ αυτής το άτομο γίνεται ικανό να αντιλαμβάνεται τους δεσμούς της αλληλεγγύης που το ενώνουν με τους άλλους και να υποκαθιστά το διάλογο και τη συνδιαλλαγή στην υπεροψία και την βία. Ατομική ελευθερία και πρωτοβουλία και κοινωνική δικαιοσύνη μπορούν τότε να λειτουργούν ως έννοιες συνεκτικές και παραπληρωματικές.

Μόνον έτσι ένα έθνος μπορεί να δικαιολογεί το σεβασμό της πολιτισμικής του ταυτότητας και της πολιτικής του αυτονομίας.

*Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Περικλή, ο οποίος απευθύνθηκε στους Αθηναίους μετά τη δεύτερη εισβολή των Πελοποννησίων, όταν εκείνοι, αγανακτισμένοι και έχοντας αρχίσει πλέον να χάνουν το ηθικό τους εξαιτίας των νέων καταστροφών και των συμφορών που υφίσταντο, στράφηκαν κατά του κορυφαίου πολιτικού ηγέτη:

«Πιστεύω ότι, αν μια πολιτεία βρίσκεται στο σύνολό της σε ακμή, εξυπηρετεί πολύ καλύτερα τους πολίτες παρά όταν οι πολίτες ευτυχούν ο καθένας, αλλά η πολιτεία στο σύνολό της δυστυχεί. Όσο κι αν ένας ιδιώτης ευτυχεί στις ιδιωτικές του υποθέσεις, καταστρέφεται κι ο ίδιος μαζί με την πατρίδα του, αν καταστραφεί εκείνη. Αν όμως δυστυχήσει, ενώ η πατρίδα του ευημερεί, έχει πολλές ελπίδες να σωθεί. Αφού, λοιπόν, η πολιτεία μπορεί ν᾽ ανθέξει στις δυστυχίες των πολιτών της, ενώ οι πολίτες δεν μπορούν ν᾽ ανθέξουν στην δυστυχία της πολιτείας, πώς είναι δυνατόν να μην την βοηθήσομε…» (μτφρ Άγγελος Σ. Βλάχος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2008).


Όσα διαβάσατε παραπάνω είναι ένα απόσπασμα από ομιλία που είχε εκφωνήσει ο ακαδημαϊκός Γεώργιος Βλάχος το 1990, όταν ανατέθηκε σε εκείνον η προεδρία του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας μας (ήταν ο αποκαλούμενος λόγος του αναλαμβάνοντος προέδρου, που έφερε τον τίτλο «Η Ελλάδα στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα»).

Ο Γεώργιος Βλάχος, που είχε γεννηθεί στην Τρίπολη το Δεκέμβριο του 1912, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, μετεκπαιδεύτηκε δε στο Βερολίνο και στο Παρίσι.

Επί δικτατορίας εκδιώχθηκε και αναγκάστηκε να μεταβεί στη Γαλλία.

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης με διεθνή απήχηση και ακτινοβολία, ο Βλάχος ανέλαβε καθήκοντα πρύτανη της Παντείου το 1977, εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1983 και διετέλεσε πρόεδρος αυτής το 1990.

Ο Γεώργιος Βλάχος απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 1996.