[…] Αφήστε καλύτερα να σας διηγηθώ το εξής: Από μια φυλακή που ξέρω, κάπου στη Γαλλία, μιαν αυγή ένα φορτηγό, που τ’ οδηγούσαν οπλισμένοι στρατιώτες, μεταφέρει έντεκα Γάλλους στο νεκροταφείο, όπου θα τους τουφεκίσετε. Από τους έντεκα οι πέντε ή έξι είχαν κάνει πραγματικά κάτι: ένα παράνομο φυλλάδιο, μερικές συναντήσεις — και πιο πολύ η άρνηση. Κάθονται ασάλευτοι στο εσωτερικό του φορτηγού, με το φόβο φωλιασμένο στην καρδιά τους βέβαια, αλλά θα τολμούσα να πω, με τον κοινό φόβο που σφίγγει κάθε άνθρωπο μπροστά στο άγνωστο, ένα φόβο που το κουράγιο συμφιλιώνεται μαζί του. Οι άλλοι δεν έκαναν τίποτε. Και το να νιώθεις ότι πεθαίνεις από πλάνη ή σαν θύμα κάποιας αδιαφορίας, κάνει πιο δύσκολη αυτή την ώρα. Ανάμεσά τους, ένα παιδί δεκάξι χρονών. Γνωρίζετε το πρόσωπο των εφήβων μας, δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Αυτό εγκαταλείπεται στο φόβο, λεία του, χωρίς ντροπή. Μην παίρνετε το περιφρονητικό σας χαμόγελο, τρίζουν τα δόντια του. Βάλατε κοντά του έναν εξομολόγο, που έργο του είναι ν’ απαλύνει σ’ αυτούς τους ανθρώπους τη σκληρή ώρα που περιμένουν. Πιστεύω πως μπορώ να πω ότι η συζήτηση για τη μέλλουσα ζωή με ανθρώπους που σε λίγο θα εκτελεστούν δεν τακτοποιεί τίποτε. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν τελειώνουν όλα στον κοινό λάκκο. Οι φυλακισμένοι μένουν βουβοί μέσα στο φορτηγό. Ο ιερέας στρέφεται προς το παιδί, σωριασμένο στη γωνιά του. Εκείνο θα τον καταλάβει καλύτερα. Το παιδί απαντά, γαντζώνεται απ’ αυτή τη φωνή, η ελπίδα ξανάρχεται. Και στην πιο βουβή φρίκη, αρκεί καμιά φορά να μιλήσει ένας άνθρωπος και θαρρείς πως όλα θα φτιάξουν.

— Δεν έκανα τίποτε, λέει το παιδί. — Ναι, λέει ο ιερέας, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα τώρα. Πρέπει να ετοιμαστείς να πεθάνεις. — Δεν είναι δυνατό να μη σε καταλαβαίνουν. — Είμαι φίλος σου κι ίσως σε καταλαβαίνω. Αλλά είναι πια αργά, θα ’μαι κοντά σου, κι ο Καλός Θεός επίσης. Θα δεις, θα ’ναι εύκολο.

Το παιδί γύρισε αλλού το πρόσωπό του. Ο ιερέας μιλάει για το Θεό. Το παιδί πιστεύει; Ναι, πιστεύει. Επομένως ξέρει ότι τίποτε δεν έχει σημασία μπροστά στην ειρήνη που το περιμένει. Αλλά αυτή η ειρήνη τρομάζει το παιδί.

— Είμαι φίλος σου, ξαναλέει ο ιερέας.

Οι άλλοι σιωπούν. Πρέπει να τους γνοιαστεί. Ο ιερέας πλησιάζει τη σιωπηλή μάζα τους, στρέφει για λίγο τη ράχη στο παιδί. Το καμιόνι τρέχει απαλά πάνω στο δρόμο τον υγρό από την πρωινή δροσιά, καταπίνοντας μ’ ένα μικρό θόρυβο την απόσταση. Φανταστείτε αυτή την γκρίζα ώρα, την πρωινή μυρουδιά των ανθρώπων, την εξοχή που τη μαντεύεις χωρίς να τη βλέπεις, καθώς ακούς να ζεύουν τα ζώα, ή από μια φωνή πουλιού. Το παιδί ζαρώνει στο μουσαμά του φορτηγού, που υποχωρεί λίγο. Ανακαλύπτει ένα στενό άνοιγμα ανάμεσα στο πανί και στην καρότσα. Θα μπορούσε να πηδήσει, αν ήθελε. Ο άλλος έχει τη ράχη γυρισμένη, και μπροστά οι στρατιώτες προσπαθούν ν’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον μες στο σύθαμπο του πρωινού.

Δεν το καλοσκέφτεται, τραβά το σκέπασμα, γλιστρά στο άνοιγμα, πηδά. Μόλις που ακούγεται το πέσιμό του, ένας θόρυβος από βιαστικά βήματα πάνω στο δρόμο, κατόπιν τίποτε πια. Το χώμα πνίγει τον κρότο από το τρέξιμό του.

Αλλά το πλατάγισμα του μουσαμά, ο υγρός και δυνατός αγέρας του πρωινού που ορμάει μέσα στο φορτηγό, κάνουν τον ιερέα και τους καταδίκους να στρέψουν τα πρόσωπά τους. Ένα δευτερόλεπτο ακόμα, ο ιερέας ατενίζει προσεχτικά τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων, που τον κοιτάζουν σιωπηλά. Ένα δευτερόλεπτο που ο άνθρωπος του Θεού πρέπει ν’ αποφασίσει ανάλογα με την κλίση του, αν είναι με τους δήμιους ή με τους μάρτυρες. Αλλά να που χτύπησε στο χώρισμα που τον απομονώνει από τους συντρόφους του. «Achtung!» Το σήμα κινδύνου δόθηκε. Δυο στρατιώτες ρίχνονται στο φορτηγό και συγκρατούν τους φυλακισμένους. Δυο άλλοι πηδούν κάτω και τρέχουν μέσα στα χωράφια. Ο ιερέας, λίγα βήματα πιο κει από το φορτηγό, στημένος στην άσφαλτο, δοκιμάζει να τους ακολουθήσει με το βλέμμα μέσα από την καταχνιά. Στο φορτηγό οι άντρες ακούν μονάχα τους κρότους αυτού του κυνηγητού, τα πνιγμένα ξεφωνητά, έναν πυροβολισμό, τη σιωπή, κατόπιν φωνές να πλησιάζουν, τέλος ένα υπόκωφο ποδοκρότημα. Ξανάφεραν το παιδί. Δεν το άγγιξαν, πιάστηκε μέσα σ’ αυτές τις αναθυμιάσεις του μίσους ξάφνου χωρίς κουράγιο, εγκαταλειμμένο από τον εαυτό του. Μάλλον το κουβάλησαν παρά το οδήγησαν οι φύλακές του. Το χτύπησαν λίγο, όχι πολύ. Το σπουδαιότερο απομένει να γίνει. Δεν έχει ούτε ένα βλέμμα για τον ιερέα ούτε για κανένα. Ο ιερέας ανέβηκε δίπλα στον οδηγό. Ένας οπλισμένος στρατιώτης πήρε τη θέση του στο φορτηγό. Ριγμένο σε μια γωνιά, το παιδί δεν κλαίει πια. Κοιτάζει, ανάμεσα από τον μουσαμά και το δάπεδο, να φεύγει ξανά ο δρόμος, όπου ανατέλλει η μέρα.

Σας ξέρω, θα φανταστείτε πολύ καλά τα υπόλοιπα. Αλλά πρέπει να μάθετε ποιος μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία. Είναι ένας Γάλλος παπάς. Μου ’λεγε: «Ντρέπομαι γι’ αυτόν τον άνθρωπο και μ’ ευχαριστεί να σκέφτομαι ότι ούτε ένας Γάλλος παπάς δεν θα ’χε δεχτεί να βάλει το Θεό του στην υπηρεσία του εγκλήματος». Ήταν αλήθεια. Απλώς, αυτός ο ιερέας σκεφτόταν σαν εσάς. Ακόμα και μέσα στην πίστη του το βρήκε φυσικό να υπηρετήσει τη χώρα του. Κι οι ίδιοι οι θεοί στον τόπο σας είναι στρατευμένοι. Είναι μαζί σας, όπως λέτε, αλλά με τη βία. Δε διακρίνετε πια τίποτε, δεν είσαστε παρά μια ορμή. Κι αγωνίζεστε τώρα με μόνα τα μέσα της τυφλής οργής, αφοσιωμένοι στα όπλα και στα βλήματα πιότερο παρά στην τάξη των ιδεών, επιμένοντας πεισματικά στο να μπερδεύετε τα πάντα, ν’ ακολουθείτε την έμμονη ιδέα σας. Εμείς ξεκινήσαμε από τη διανόηση και τους δισταγμούς της, ανίκανοι απέναντι στην οργή. Αλλά να που η περιπλάνηση τώρα τέλειωσε. Έφτασε ένα παιδί νεκρό, για να προσθέσουμε στη διανόηση την οργή και στο εξής είμαστε δυο ενάντια σ’ έναν […].

Δεκέμβριος 1943

*Απόσπασμα από το δεύτερο «Γράμμα σ’ ένα φίλο Γερμανό» του Αλμπέρ Καμύ (μτφρ Τατιάνα Τσαλίκη – Μηλιώνη).

 
 

Ο Καμύ έλαβε μέρος στο αντιστασιακό κίνημα κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία. Τότε έγραψε τα τέσσερα «Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό» (προορίζονταν για τον παράνομο αντιστασιακό Τύπο της Γαλλίας), προκειμένου να αναδείξει την πνευματική διάσταση του αντιστασιακού αγώνα των Γάλλων και, παράλληλα, το βαθύτατο ιδεολογικό χάσμα που χώριζε το ναζισμό από την ευρωπαϊκή διανόηση.

Ο ίδιος ο Καμύ έγραψε για τα εν λόγω γράμματα το 1948 (πηγή: patakis.gr):

Δεν µπορώ όµως να αφήσω να τυπωθούν εκ νέου αυτές οι σελίδες, χωρίς να πω τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν. Γράφτηκαν και δηµοσιεύτηκαν παράνοµα. Σκοπός τους ήταν να ρίξουν λίγο φως στον αγώνα που κάναµε στα τυφλά, και µε αυτό τον τρόπο να τον καταστήσουν πιο αποτελεσµατικό. Είναι γραπτά περιστασιακά που µπορούν, συνεπώς, να δηµιουργήσουν µια κάποια εντύπωση αδικίας. Αν έπρεπε πράγµατι να γράψουµε για την ηττηµένη Γερµανία, θα χρειαζόταν να υιοθετήσουµε µια γλώσσα κάπως διαφορετική. Ωστόσο, θα ήθελα µόνο να προλάβω µια παρεξήγηση. Όταν ο συγγραφέας αυτών των γραµµάτων λέει «εσείς», δεν εννοεί «εσείς οι Γερµανοί», αλλά «εσείς οι ναζί». Όταν λέει «εµείς», αυτό δεν σηµαίνει πάντα «εµείς οι Γάλλοι», αλλά «εµείς οι ελεύθεροι Ευρωπαίοι». Αντιπαραθέτω δύο στάσεις, όχι δύο έθνη, έστω και αν σε κάποια στιγµή της ιστορίας αυτά τα δύο έθνη αντιπροσώπευσαν δύο εχθρικές στάσεις. Για να επαναλάβω λόγια που δεν είναι δικά µου, αγαπώ υπερβολικά τη χώρα µου για να είµαι εθνικιστής. Και ξέρω ότι ούτε η Γαλλία ούτε η Ιταλία θα έχαναν τίποτα –απεναντίας µάλιστα–, εάν ανοίγονταν σε µια ευρύτερη κοινωνία. Αλλά απέχουµε ακόµη πολύ από κάτι τέτοιο, και η Ευρώπη συνεχίζει να σπαράσσεται. Γι’ αυτό θα αισθανόµουν ντροπή σήµερα εάν άφηνα να πιστεύουν ότι ένας Γάλλος συγγραφέας µπορεί να είναι εχθρός ενός µόνον έθνους. Μισώ µόνο τους δηµίους. Κάθε αναγνώστης που θα θελήσει να διαβάσει τα «Γράµµατα σ’ έναν φίλο Γερµανό» µε αυτή την οπτική, δηλαδή ως ντοκουµέντο του αγώνα ενάντια στη βία, θα παρα­δεχτεί πως τώρα µπορώ να πω ότι δεν απαρνιέµαι ούτε µία λέξη τους.

 
 

Ο διακεκριμένος συγγραφέας και στοχαστής Αλμπέρ Καμύ, γαλλοϊσπανικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αλγερία στις 7 Νοεμβρίου 1913.

Ο μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Καμύ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957.

Απεβίωσε νεότατος, σε ηλικία μόλις 47 ετών, εξαιτίας αυτοκινητικού δυστυχήματος που συνέβη επί γαλλικού εδάφους στις 4 Ιανουαρίου 1960.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr