Ό,τι αγαπήσαμε

Τον αγαπήσαμε, πολύ τον αγαπήσαμε
αυτόν τον απαίσιο – αυτόν τον θεσπέσιο –
κόσμο μας.
Τον αγαπήσαμε κι ας τον βλέπαμε
πίσω απ’ τα σίδερα.

Αγαπήσαμε τις χειροπέδες μας
πιο πολύ κι απ’ τα βραχιόλια
που θα βάζαμε στα χέρια της αγαπημένης
κι ας ζύγιζαν πολύ πιο βαριά
(είκοσι καράτια δάκρυα!)

Μα αν δε λέγαμε «όχι» τότε
αν δε λέγαμε τότε «ποτέ»
οι αλυσίδες που αρνηθήκαμε
θα δένανε τα χέρια των παιδιών μας.

Και τα βιβλία μας, αυτά που γράψαμε
για τον έφηβο του «Τώρα» και του «Αύριο»
για τον έφηβο του σημερινού
και για τον έφηβο του αυριανού – Αιώνα
αν δεν λέγαμε τα «όχι» και τα «ποτέ»
τότε τα βιβλία μας
θα ’πεφταν απ’ τα χέρια τους ντροπιασμένα.
Όσο για σένα, ωραίε ψαλμωδέ του Στίχου,
αν δεν έχεις τη δύναμη,
αν δεν έχεις την τόλμη –
να δείξεις ένα δρόμο…
Κόψε καλύτερα το χέρι σου!
Μη δείχνεις το γκρεμό!

*Από την ποιητική συλλογή του Μενέλαου Λουντέμη «Κοντσέρτο για δυο μυδράλια κι ένα αηδόνι» (1973).

Ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδη) γεννήθηκε στην Αγία Κυριακή, χωριό της μικρασιατικής Γιάλοβας (Αιγιαλού), το 1912 (κατ’ άλλη εκδοχή, το 1906).

Γόνος εύπορης οικογένειας της Πόλης, ο Λουντέμης ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (μετονομάστηκε σε Βαλασιάδη μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα) και της Δόμνας Τσουφλίδη.

Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η οικογένειά του εγκατέλειψε την Πόλη και εγκαταστάθηκε στον Εξαπλάτανο, χωριό κοντά στην Έδεσσα.

Λόγω της χρεοκοπίας  της οικογένειάς του ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί από τα μικράτα του, ενώ αποβλήθηκε για πολιτικούς λόγους από όλα τα γυμνάσια της χώρας.

Αφού προηγήθηκαν συνεχείς μετακινήσεις της οικογένειάς του, ο Λουντέμης εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε στενά με τον Κώστα Βάρναλη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Μιλτιάδη Μαλακάση, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή ως ακροατής.

Επί Κατοχής ο Λουντέμης έλαβε μέρος στον αντιστασιακό αγώνα ως μέλος του ΕΑΜ, ενώ διετέλεσε και γραμματέας της Οργάνωσης Διανοουμένων του ΕΑΜ.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου συνελήφθη, κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή του δεν εκτελέστηκε.

Ακολούθως εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, ενώ από το 1958 έως το 1976 έζησε αυτοεξόριστος στη Ρουμανία, πραγματοποιώντας εκ παραλλήλου αρκετά ταξίδια.

Το 1976 επανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια που είχε απολέσει επί δικτατορίας και επέστρεψε στην πατρίδα.

Ο Λουντέμης πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, αρχικά στην εφημερίδα «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας (υπογράφοντας ως Τάκης Βαλασιάδης) και ακολούθως στο περιοδικό «Νέα Εστία».

Πρώτη φορά χρησιμοποίησε το ψευδώνυμό του το 1934, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Το 1938 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν».

Ο Λουντέμης ανήκει στους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό.

Στο έργο του (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο κ.ά.) προτεραιότητα έχει η καταγραφή της ωμής πραγματικότητας και των κοινωνικών ανισοτήτων, και όχι ο τρόπος γραφής αυτός καθαυτόν.

Εκκινώντας κατά κανόνα από τα προσωπικά του βιώματα, ο Λουντέμης αναδεικνύει τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης των πλέον ασθενών κοινωνικών ομάδων, τη δυστυχία του κόσμου, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τη μοναξιά.

Βιβλία του Λουντέμη μεταφράστηκαν σε πολλές χώρες, προπάντων της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ ορισμένα ποιήματά του μελοποιήθηκαν.

Ο Μενέλαος Λουντέμης απεβίωσε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 1977.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο