Γράφει η δρ. Μαρία Ραμματά*

Η επαναλειτουργία των σχολείων φέρνει την κυβέρνηση αντιμέτωπη με μία σειρά διλημμάτων τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και ενδελεχούς σχεδιασμού. Σαφώς η μη έγκαιρη προετοιμασία για την εφαρμογή των σχεδίων δημιουργεί ακόμη περισσότερη σύγχυση και αγωνία στις ομάδες-στόχους προς τις οποίες τα μέτρα απευθύνονται λίγες μέρες πριν χτυπήσει το κουδούνι στα σχολεία.

Ερχόμαστε στο καθ’εαυτό το ζήτημα που είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Η εισήγηση για την υποχρεωτική χρήση μάσκας στα σχολεία από την βαθμίδα του νηπιαγωγείου προκαλεί δριμείες αντιδράσεις από κάποιες ομάδες πληθυσμού. Πρόκειται για ένα διοικητικό βάρος που καλούνται να σηκώσουν τα νεότερα μέλη της Ελληνικής κοινωνίας ωσάν να ήταν ενήλικες : την χρήση μάσκας στις δραστηριότητές τους στο σχολείο από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών ή και 5 σε κάποιες περιπτώσεις. Η δημόσια διοίκηση εδώ, αψηφώντας την αρχή της αναλογικότητας που υπαγορεύει την αναλογική εφαρμογή των (δυσμενών) μέτρων για τις εκάστοτε ομάδες πληθυσμού επιβάλει δυσμενή μέτρα σε ευαίσθητες ομάδες όπως τα μικρά και τα πολύ μικρά παιδιά τα οποία δεν μπορούν να εγγυηθούν την επιτυχή εφαρμογή τους, αλλά ούτε και τα ίδια τα μέτρα είναι διασφαλισμένο ότι θα κατοχυρώσουν την υγεία τους.

Τα ερωτήματα που απασχολούν την ηγεσία του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι πολλά:

Από ποια ηλικία να είναι υποχρεωτική η χρήση της μάσκας;

Ποια θα είναι η αποδεκτή απόσταση μεταξύ των παιδιών εντός της τάξης και κατά τα διαλείμματα;

Θα γίνονται οι εξωτερικές δραστηριότητες των παιδιών και με ποιους όρους;

Ποια θα είναι τα μέτρα που θα λαμβάνονται σε περίπτωση εντοπισμού ενός κρούσματος σε μία τάξη ενός σχολείο ;

Τί θα γίνει με τις απουσίες των παιδιών ειδικά όταν εντοπίζεται ότι έχουν ήπια συμπτώματα κορονοιού και αναμένουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων;
Τί μέτρα θα ληφθούν για την καταπολέμηση κρουσμάτων builling για τα παιδιά που είτε τα ίδια είτε μέλη της οικογένειάς τους ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου;

Η περίπτωση των νοσηρών προβλημάτων στη δημόσια διοίκηση

Η διαχείριση της περίπτωσης της επανέναρξης των σχολείων σε περίοδο πανδημίας αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση επίλυσης ενός νοσηρού προβλήματος (wicked problem) που είναι ένα από τα πολλά τα οποία καλείται να διαχειριστεί οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Στην παγκόσμια βιβλιογραφία έχει εισαχθεί ο όρος «wicked problems» το 1973 από τους Rittel και Webber όταν υπογραμμίστηκε η ανάγκη για ενασχόληση της δημόσιας διοίκησης με τόσο πολυσύνθετα προβλήματα ώστε να μπορούμε να μιλούμε μόνο για καλύτερη διαχείρισή τους, παρά για οριστική «δάμασή» τους (Wildavsky, 1979). Λέγεται μάλιστα ότι πολλές κυβερνήσεις που υποσχέθηκαν στην κοινωνία την επίλυση των «νοσηρών» προβλημάτων απλά μείωσαν την εμπιστοσύνη των πολιτών τους σε αυτές.

Τα «νοσηρά» προβλήματα:

  • Δεν μπορούν να προσδιοριστούν απόλυτα: δεν σημαίνει ότι αν φοράς τη μάσκα δεν θα νοσήσεις ή αν δεν πας σχολείο δεν θα νοσήσεις, ούτε και το αντίθετο υπό όρους.
  • Δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά υπό μία γραμμική συσχέτιση αιτίας-συμπτώματος-επίδρασης στις σχέσεις: π.χ. η χρήση μάσκας δεν οδηγεί νομοτελειακά στην αντιμετώπιση του προβλήματος της πανδημίας.
  • Εμπεριέχουν την ασάφεια και την μη προβλεψιμότητα στην εξέλιξή τους: τα μέτρα που λαμβάνονται έχουν μία δυναμικότητα σε σχέση με την εξέλιξη της πανδημίας.
  • Επισύρουν διαμάχες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών ως προς τις αξίες τις οποίες υπηρετούν (value conflict) οδηγώντας ακόμη και σε πόλωση τα μέλη της κοινωνίας. Για παράδειγμα οι γονείς που δίκαια αντιδρούν (βλ. ιστοσελίδα γονέων για την υποχρεωτική χρήση μάσκας) γιατί βλέπουν ότι η χρήση μάσκας για τις μικρές ηλικίες παιδιών μπορεί να λειτουργήσει σε περαιτέρω αποκλεισμό ενός ήδη απομονωμένου παιδιού, ενώ επιπλέον, δεν εξασφαλίζει την θωράκιση απέναντι στον ιό.

Ποια είναι αυτά τα στοιχεία τα οποία καθιστούν την διαχείριση της έναρξης των σχολείων μία περίπτωση νοσηρού προβλήματος της δημόσιας διοίκησης :

  1. Είναι μοναδικό και σύνθετο θέμα, τόσο τεχνικά, όσο και πολιτικά χωρίς κοινά συμφωνημένη περιγραφή του.
  2. Πολλοί ενδιαφερόμενοι φορείς και οργανώσεις εμπλέκονται στη διαχείρισή τους και έχουν αντιτιθέμενες απόψεις (επιστήμονες του τομέα της ιατρικής, πολιτικοί, σύλλογοι γονέων, κ.ά.).
  3. Κάθε νοσηρό πρόβλημα, μπορεί να είναι το σύμπτωμα ενός άλλου, δηλ. η χρήση μάσκας ή μη στο σχολείο είναι σύμπτωμα του ευρύτερου προβλήματος της πανδημίας, ή ακόμη η συνεχής απολύμανση των σχολείων, η τήρηση των αποστάσεων κ.ά. αποτελούν όλα σύμπτωμα του ευρύτερου προβλήματος της πανδημίας.
  4. Δεν έχουν άμεση λύση, ενώ οι προτάσεις διαχείρισής τους περισσότερο μετριάζουν τις αρνητικές συνέπειες παρά επιλύουν οριστικά το ζήτημα.
  5. Οι προσπάθειες επίλυσής τους έχουν συνέπειες που μπορεί να μην είναι αναστρέψιμες ή συγχωρήσιμες, έτσι μία αποτυχημένη πρωτοβουλία για την επίλυση του προβλήματος μπορεί να αποδειχθεί μοιραία, ακόμη και για την πολιτική βιωσιμότητα του υπεύθυνου προσώπου.
  6. Οι επιθυμητές αλλαγές στη συμπεριφορά των ανθρώπων είναι μέρος της λύσης ενώ είναι πιθανό να γίνει επίκληση της συνεισφοράς των πολιτών για την επίλυσή τους.
  7. Συνεχίζουν να υφίστανται ή δεν υπάρχει ο κανόνας του τέλους του προβλήματος.

Μία συγκριτική έρευνα του τί γίνεται σε άλλες χώρες είναι ενδεικτική :

  1. στον Καναδά είναι υποχρεωτική η χρήση μάσκας για όσους είναι άνω των 12 ετών, ενώ στα σχολεία συνδυάζεται το μέτρο της μάσκας με μία σειρά δέσμης μέτρων (τήρηση αποστάσεων, εξ αποστάσεως εκπαίδευση, κ.ά.),
  2. στη Γαλλία, σε ανακοίνωση του Υπ. Παιδείας και της Νεότητας από τις 20/07 η μάσκα θα είναι υποχρεωτική στα σχολεία για τα παιδιά ηλικίας άνω των 11 ετών εντός των κτιρίων ακόμη και όταν η απόσταση του ενός μέτρου είναι εφαρμοστέα, ενώ περισσότερα μέτρα έχουν προβλεφθεί για ειδικές περιπτώσεις (π.χ. δεν γίνεται δωρεάν διανομή της μάσκας, αλλά όποια οικογένεια δεν έχει προμηθεύσει στο παιδί της θα μπορεί να την παραλαμβάνει δωρεάν από το σχολείο), κ.ά.. Οι λεπτομέρειες για την επανέναρξη των σχολείων περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο του Υπ. Παιδείας υπ. αριθμ. 28, της 20/07/2020 όπου δίδεται έμφαση στην ενίσχυση των εργαζομένων στον κλάδο της Παιδείας, την υποστήριξη των ΑμεΑ και την προώθηση μαθημάτων για παράλληλη προετοιμασία και μελέτη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στη Γαλλία προβλέφθηκαν με βάση την ίδια εγκύκλιο : α) η δημιουργία 1.688 επιπλέον θέσεων εργασίας για την πρωτοβάθμια εκπ/ση οι οποίες προστέθηκαν στις 10.517 που είχαν ήδη δημιουργηθεί από το έτος 2017, β) η σύσταση 8.000 νέων θέσεων εργασίας για πόστα που σχετίζονται με την υποβοήθηση ατόμων με Αναπηρία, γ) η κατανομή θέσεων για 1.500.000 επιπλέον ώρες εργασίας για την ενίσχυση της προσωποποιημένης παρακολούθησης της μελέτης των παιδιών και της βοήθειας στα μαθήματα, καθώς και επιπλέον άλλες 130.000 ώρες εργασίας για την βοήθεια στα σχολεία. Αυτά τα μέτρα έχουν ήδη κοινοποιηθεί στα σχολεία και έχει γίνει η προσαρμογή τους ανά σχολική μονάδα, ενώ δίδεται η δυνατότητα για αναπροσαρμογή του αριθμού των κατανεμημένων θέσεων. Στη χώρα αυτή αντίθετα δεν αφιερώθηκαν δημόσιοι πόροι για τη δωρεάν παροχή μάσκας, ενώ όπου δίδεται (au grand public) υπό όρους πρόκειται για δύο μάσκες μίας χρήσης για κάθε παιδί και όχι για υφασμάτινη (π.χ. όταν το μικρής ηλικίας που δεν απαιτείται να φοράει μάσκα εμφανίζει πυρετό στο σχολείο τότε του την παρέχει δωρεάν το ίδρυμα).

Η διαχείριση της επαναλειτουργίας των σχολείων δοκιμάζει την αποτελεσματικότητα και τη δημιουργικότητα που μπορεί να επιδείξουν τα αρμόδια στελέχη της εκάστοτε κυβέρνησης. Η όποια ανταπόκριση της πολιτικής ηγεσίας με συντονισμένα μέτρα θα κρίνει τη διοικητική ικανότητα της κυβέρνησης μια και τα αποτελέσματα θα είναι άμεσα και ορατά εν μέσω της κρίσης.

Για την λήψη μέτρων προστασίας του πληθυσμού το αρμόδιο Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων, λαμβάνει υπόψη του την εισήγηση της αρμόδιας συσταθείσας Επιτροπής «Επιτροπή Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες». Όμως, η απόφαση των ειδικών εμπειρογνωμόνων σε θέματα πανδημίας δεν αποτελεί παρά μόνο μια εισήγηση την οποία η πολιτική βούληση καλείται να αποδεχθεί ως έχει, να την αποδεχθεί με τροποποιήσεις ή να την απορρίψει. Σε όλο αυτό το μέτωπο της διασποράς του ιού, αρχής γενομένης από τον Μάρτιο 2020, παρατηρείται μία τακτική της ανάληψης των ηνίων της διακυβέρνησης από τους ίδιους τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες υποβαθμίζοντας την πολιτική χροιά που έχουν τέτοιες αποφάσεις.

Αυτή η τακτική είναι ωφέλιμη για τον κάθε πολιτικό Άνδρα καθ΄όσον κάθε ex post διαπιστωμένη αποτυχία των προτάσεων παραπέμπει στα πρόσωπα της Επιτροπής των ειδικών. Όμως, την πολιτική ευθύνη πρέπει να την αναλαμβάνει ο εκάστοτε πολιτικός Αρχηγός ο οποίος και γι’αυτό είναι αιρετός, ώστε να νομιμοποιείται να αναλαμβάνει δράσεις στο όνομα των πολιτών που τον ανέδειξαν μέσω της εκλογικής διαδικασίας και να ενέχει επιπτώσεις για κάθε λανθασμένη πρωτοβουλία. Για το σκοπό αυτό, σε κάθε κυβέρνηση επιχειρείται αν όχι σε όλα, τουλάχιστον σε καίρια Υπουργεία να τοποθετείται πολιτικός που έχει εκλεγεί στις πρόσφατες εκλογές και όχι προσωπικότητα επιλογής του κυβερνώντος κόμματος.

Είναι δυσδιάκριτη η πολιτική ευθύνη που αναλογεί σε κάποιον Υπουργό όταν συνεχώς «κρύβεται» πίσω από την «κουρτίνα» της Επιτροπής των εμπειρογνωμόνων για τη διαχείριση ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος δημόσιας υγείας. Επιπλέον, ως προς τις διαβουλεύσεις που λαμβάνουν χώρα, όταν πρόκειται να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις που αγγίζουν το σύνολο του πληθυσμού, αυτές δεν περιορίζονται στην ανακοίνωση των αποφάσεων, αλλά (μεταξύ άλλων) σε : δημοσιοποίηση της σύνθεσης των επιτροπών, επικοινωνία της διαδικασίας επιλογής των μελών που απαρτίζουν τις Επιτροπές, τήρηση πρακτικών, ύπαρξη παρατηρητών κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ή ακόμη καλύτερη ζωντανή αναμετάδοσή τους διαδικτυακά, κ.ά.. Και φυσικά, η λειτουργία αυτής της Επιτροπής των εμπειρογνωμόνων δεν αποκλείει την σύγκλιση και άλλων ειδικών Επιτροπών, όπως των εμπειρογνωμόνων δημόσιας διοίκησης που θα μπορέσουν να διεισδύσουν με μία σύγχρονη ματιά στην εφαρμοστικότητα των μέτρων αποκαλύπτοντας τα τρωτά ή τις αδυναμίες που τυχόν ανευρίσκονται, τους νομικούς, ομάδες που θα περιλαμβάνουν την Συνομοσπονδία των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, κ.ο.κ..

Επιπλέον, στην παλέτα των τυχόν μέτρων μπορεί να αναληφθούν μετά το άνοιγμα των σχολείων δεν ανευρίσκεται μόνο η χρήση μάσκας για παιδιά άνω των 6 ετών. Μία πιο διεισδυτική ματιά στις δέσμες ενδεχόμενων μέτρων που μπορεί να αναληφθούν περιλαμβάνει τα παρακάτω ενδεχόμενα :

  • Διερεύνηση ανά σχολική μονάδα της δυνατότητας χρήσης επιπλέον αιθουσών ώστε τα τμήματα να διαιρεθούν σε δύο ή να γίνονται εκ περιτροπής μαθήματα (βλ. επόμενο σημείο). Πρόνοια για την πρόσληψη επιπλέον ωρομίσθιου προσωπικού.
  • Μέτρα για την τήρηση της απόστασης του ενός μέτρου μεταξύ των μαθητών με παράλληλη μέριμνα για την διεξαγωγή των μαθημάτων. Για παράδειγμα, στον Καναδά, τα παιδιά χωρίζονται σε υποομάδες των 6 και οργανώνουν τα μαθήματα κατά τον τρόπο αυτό. Ή θα μπορούσε, π.χ. την ώρα που οι μισοί μαθητές κάνουν γυμναστική, οι άλλοι μισοί να παρακολουθούν κάποιο βασικό μάθημα (γλώσσα, ιστορία, μαθηματικά) εντός αιθούσης.
  • Ενδεχόμενο να λειτουργήσει η εξ αποστάσεως εκπαίδευση για τα μαθήματα που είναι λιγότερο κρίσιμα όπως καλλιτεχνικά, περιβάλλον, κ.ά., ενώ τα βασικά μαθήματα (γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία) να είναι τα μόνα που θα γίνονται διά ζώσης.
  • Χρήση της μάσκας για παιδιά άνω των 12 ετών όπου κρίνεται απαραίτητο και υπό όρους (π.χ. παιδιά που έχουν λόγους υγείας και κρίνεται να μην φορούν τη μάσκα να μην είναι υποχρεωτικό να την φορούν).

Τέλος σημειώνεται ότι η παρούσα δημοσίευση δεν έχει κανένα χαρακτήρα αντιπολιτευτικό, τουναντίον, κρίνεται από την συντάκτρια ότι ο γόνιμος διάλογος και η ανεύρεση δόκιμων λύσεων σε νοσηρά προβλήματα θα πρέπει να συνοδεύεται από την αναμόχλευση των θέσεων, ακόμη και των αντίθετων, το μοίρασμα των απόψεων και την ανοικτότητα των συστημάτων. Η πόλωση, η δημιουργία παρατάξεων και η αντιπαλότητα μάλλον πίσω οδηγούν όλη τη χώρα παρά υπόσχονται να δρομολογήσουν λύσεις. Σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα από το οποίο κρίνονται η δημόσια υγεία, η απασχόληση, η βιωσιμότητα της ελληνικής οικογένειας, η σχολική κοινότητα, η κοινωνικοποίηση, η καλή ψυχολογία των παιδιών, κ.ά., η δημιουργία ή ακόμη και η καλλιέργεια των ερίδων δεν βοηθάει, αντίθετα δυσχεραίνει την κατάσταση, ειδικά εφόσον το πρόβλημα αυτό απαιτεί την σύμπραξη της ελληνικής οικογένειας και την συνοδευτική υποστηρικτική δράση των γονέων.

Επιπλέον, τέτοια μοναδικά δημόσια προβλήματα που δεν έχουν επανεμφανιστεί βάζουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την εφευρετικότητα των πολιτικών και των ειδικών, την αλληλεγγύη των ομάδων σε συνδυασμό με την ατομική ευθύνη. Στόχος θα πρέπει να είναι να διαφυλαχθεί η δημόσια υγεία με παράλληλη ολοκληρωμένη επίτευξη του εκπαιδευτικού στόχου, η πρόβλεψη σχεδίου για τις ειδικές ομάδες, σε συνδυασμό με την επαναλειτουργία της σχολικής κοινότητας χωρίς κινδύνους.

*H Μαρία Ραμματά είναι εμπειρογνώμονας της δημόσιας διοίκησης

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο