Στις 16 Αυγούστου 1943 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής διέπραξαν ένα αποτρόπαιο έγκλημα στα ηπειρώτικα χώματα, προβαίνοντας στην ολοκληρωτική καταστροφή του Κομμένου Άρτας και στη  μαζική εκτέλεση 317 κατοίκων του.

Η φρικτή αυτή πράξη ήταν ενταγμένη στο γενικότερο σχεδιασμό των ναζί, που αποσκοπούσε στο να καμφθεί το αγωνιστικό φρόνημα του ελληνικού λαού και να κατασταλεί ο απελευθερωτικός αγώνας του εναντίον των κατακτητών.

Το χρονικό του ολοκαυτώματος

Στις 12 Αυγούστου 1943, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν από το μεσημέρι, αφίχθη στο Κομμένο ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών, Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, προκειμένου να σχηματίσει ιδία αντίληψη για το εάν το χωριό αυτό αποτελούσε κέντρο δράσης ανταρτικών ομάδων και αντιστασιακών οργανώσεων.

Η παρουσία οπλισμένων ανταρτών του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, που αναπαύονταν μέσα στο Κομμένο, τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει αμέσως το χωριό.

Η αντίστροφη μέτρηση για το Κομμένο και τους θορυβημένους από τη γερμανική αναγνωριστική επιχείρηση κατοίκους του είχε ξεκινήσει από εκείνη κιόλας τη στιγμή.

Ο Ζάλμινγκερ ανέφερε στους προϊσταμένους του τα σχετικά με τον εντοπισμό ανταρτών στο Κομμένο.

Τα χαράματα της Δευτέρας 16ης Αυγούστου, κι αφού οι κάτοικοι του Κομμένου είχαν τελέσει κανονικά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου την προτεραία, 120 άνδρες του 12ου Λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, που έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, επιβιβάστηκαν πάνοπλοι σε στρατιωτικά οχήματα και αφίχθησαν στο Κομμένο.

Η αποστολή που τους είχε ανατεθεί ήταν αφενός η εξουδετέρωση των ανταρτών που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή και αφετέρου η εξάλειψη του Κομμένου, της φωλιάς των ανταρτών, που τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα χρειώδη.

Διοικητής των ανδρών του 12ου Λόχου, που έσπευσαν να περικυκλώσουν το Κομμένο, ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, φανατικός ναζί.

Γύρω στις 6:30 π.μ. δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης κατά του Κομμένου με τη ρίψη δύο φωτοβολίδων.

Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους κατά του χωριού, έχοντας ως στόχο την εξαφάνισή του από προσώπου γης.

Οι γερμανοί στρατιώτες έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και εκτελούσαν ανηλεώς άνδρες κάθε ηλικίας, γυναίκες και παιδιά, ακόμη και μωρά.

Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν μέσα στα σπίτια τους, πριν καν ξυπνήσουν και συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς συνέβαινε.

Όσοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν έχαναν τη ζωή τους από τα καταιγιστικά πυρά των ναζί, που είχαν λάβει σαφή εντολή να μην αφήσουν στο Κομμένο τίποτα ζωντανό, τίποτα όρθιο.

Έξι ώρες κράτησε η σφαγή.

Οι δρόμοι του χωριού, οι αυλές και τα καμένα σπίτια, τα ανοιγμένα χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό ήταν γεμάτο πτώματα.

Τη ζωή τους έχασαν και ορισμένοι απ’ όσους αναζήτησαν καταφύγιο στο γειτονικό ποτάμι, τον Άραχθο.

Όσοι τα κατάφεραν, όσοι επιβίωσαν περνώντας στην άλλη όχθη του ποταμού ή κρυμμένοι στους θάμνους, τα καλαμπόκια και τα λαγκάδια, επέστρεψαν έντρομοι στα σπίτια τους τις επόμενες μέρες.

Έθαψαν τους δικούς τους ανθρώπους στον τόπο της σφαγής, στις αυλές των κατεστραμμένων σπιτιών τους, και χρειάστηκε να παρέλθει πολύς χρόνος για να μεταφέρουν τα λείψανα των αγαπημένων τους στο κοιμητήριο του χωριού.

Μέσα σε ένα και μόνο πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα, θύματα μιας ανείπωτης θηριωδίας και βαρβαρότητας.

Εξοντώθηκαν ολόκληρες οικογένειες, εκτελέστηκαν σχεδόν 100 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 144 γυναίκες.

Ο Κάρολος Παπούλιας για τη σφαγή του Κομμένου

Σε αντιφώνησή του προς τον πρόεδρο της Κοινότητας Κομμένου το 2014, ο τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, ανέφερε τα εξής:

Από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν αναμφισβήτητα αυτά που αφορούσαν την εξολόθρευση ολόκληρων πληθυσμών και, πολλές φορές, την καταστροφή ή τη λεηλασία χωριών.

Τεράστιος είναι ο κατάλογος των ελληνικών χωριών που κάηκαν από τους ναζί και χιλιάδες τα θύματα –άνδρες, γυναίκες, παιδιά, άμαχοι όλοι– που σφαγιάστηκαν στο όνομα του φρικιαστικότερου παραλογισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα: του ναζισμού.

Τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 οι Γερμανοί εισβάλλουν στο Κομμένο, αποφασισμένοι να αιματοκυλίσουν τους ανθρώπους και να καταστρέψουν το βιος τους, ευτελίζοντας κυριολεκτικά κάθε έννοια ανθρώπινου πολιτισμού.

Η ένταση της βίας και του θηριώδους ξεσπάσματος των κατακτητών μετατρέπει το Κομμένο μέσα σε λίγες εφιαλτικές ώρες σ’ ένα σωρό από πτώματα, στάχτη, φωτιά και καταστροφή.

Περισσότερες από τριακόσιες αθώες ψυχές –ιερείς, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ανήμποροι γέροντες– θα οδηγηθούν στη σφαγή.

Ένα μακελειό, η φρίκη του οποίου θα σημαδέψει διά βίου όλους τους επιζήσαντες και θα χαράξει για πάντα τη φυσιογνωμία αυτού του τόπου.

Μια σφαγή που δεν συνιστά μόνο έγκλημα πολέμου, αλλά και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Οι ποταμοί αίματος των μαρτυρικών θυμάτων μάς θυμίζουν ότι η ελευθερία κατακτιέται πάντοτε με θυσίες συνεχείς και βιώνεται ως οδύνη, πόνος και σταυρός, για να γίνει δόξα και φως των ατόμων και των εθνών.

Εξήντα ένα χρόνια μετά, η ελληνική πολιτεία έχει ένα διαρκές χρέος απέναντι στους μάρτυρες του Κομμένου, τους επιζώντες και τους οικείους τους.

Το χρέος να διατηρήσει άσβεστη τη μνήμη της σφαγής ως μία από τις πιο τραγικές στιγμές μιας κορυφαίας περιόδου της ελληνικής ιστορίας: της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης.

Σαν ελάχιστη τιμή στα θύματα του ολοκαυτώματος του Κομμένου, ας αποθησαυριστεί ο λυρικός λόγος του Νικηφόρου Βρεττάκου:

«Δεν σας ξεχάσαμε.

Είναι η καρδιά μας ένα ευρύ πεδίο αναστάσεως.

Δεν σας αφήσαμε άνιφτους και άντυτους,

Όλο αίματα, τρύπες και χώματα.

Μάρτυς ο ήλιος μας δεν σας ξεχάσαμε!»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο