[…] παρακολουθούμε στο πεζογραφικό έργο του Μένη Κουμανταρέα μια κατά βάση απαισιόδοξη θεώρηση της σχέσης ατόμου και κοινωνίας. Οι ηρωίδες και οι ήρωές του που προέρχονται από το αστικό περιβάλλον διακρίνονται για την ευαισθησία τους και την προσπάθειά τους να βρουν ανθρώπινες αξίες για μια καλύτερη ζωή. Σαν νοοτροπία είναι πιο κοντά στη γενιά του μεταπολέμου, όταν όλα έδειχναν πως η ειρήνη θα έφερνε ένα καινούργιο κόσμο, όπου θα κυριαρχούσαν ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Η αγωγή της γενιάς αυτής περιελάμβανε έναν ιδεαλισμό που κατέρρευσε ιδιαίτερα απότομα στην Ελλάδα με τον εμφύλιο πόλεμο και τις άλλες τραυματικές εμπειρίες που ακολούθησαν. Ο Κουμανταρέας μοιάζει να παρακολουθεί τους ήρωές του στην πορεία τους προς την τέλεια απογοήτευση και αλλοτρίωση μέσα σε μια κοινωνία που δεν προσφέρει αλλά ούτε και δέχεται τις αξίες τους. Ο αγώνας για επιβίωση μέσα από όλες τις νεώτερες κοινωνικοπολιτικές περιπέτειες αναδείχνει σαν μόνες αρχές τον εγωισμό και το γυμνό συμφέρον σε βάρος κάθε ιδανικού ή ανθρωπισμού. Τη χαριστική βολή τη δίνει η απότομη είσοδος της, αστικής τουλάχιστον, Ελλάδας στην αχαλίνωτη υλιστική καταναλωτική κοινωνία. Οι ήρωες του Κουμανταρέα ναυαγούν μέσα σ’ αυτή τη φουρτούνα. Είναι δυστυχώς γι’ αυτούς, άνθρωποι που δεν έχουν θέση σε μια κοινωνία την οποία οι διάφορες μορφές καταπίεσης έχουν κάνει δύσπιστη, πονηρή, εντελώς κυνική. Η κοινωνία αυτή τους εκβάλλει, σαν ξένο σώμα, στο περιθώριο.

Κρίτων Χουρμουζιάδης,«Μετά το αδιέξοδο (Μένη Κουμανταρέα: Η φανέλα με το Εννιά)», περ. Η λέξη, τχ. 54 (Μάιος 1986) 505.

 

Ο Μένης Κουμανταρέας, από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής πεζογραφίας, γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 1931.

Το 1949 αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών, χωρίς να ακολουθήσει συστηματικές πανεπιστημιακές σπουδές.

Εργάστηκε επί είκοσι χρόνια σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες.

Το 1961 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Ταχυδρόμος» και το 1962 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια».

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση «18 Κείμενα» και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη βάσει του νόμου «περί ασέμνου δημοσιεύματος» για το έργο του «Το αρμένισμα».

Ωστόσο, το 1972 πήρε την υποτροφία DAAD για το Βερολίνο.

Μετά το 1982 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση (μεταξύ άλλων, μετέφρασε έργα των Λιούις Κάρολ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ουίλιαμ Φώκνερ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ).

Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1967, για το «Αρμένισμα») και δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1976, για τη «Βιοτεχνία υαλικών», και 2002, για το «Δυο φορές Έλληνας»), καθώς και με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του, το 2008. ‘

Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Τη δεκαετία του 1980 διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Βιβλία του μεταφράστηκαν σε δεκατρείς γλώσσες.

Ο Μένης Κουμανταρέας έφυγε από τη ζωή με αδόκητο τρόπο: βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του στην Κυψέλη τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου 2014.

Γράψτε το σχόλιο σας