Ενόσω μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Νοέμβριο του 1917, το κίνημα του σιωνισμού, που αποσκοπούσε στην ίδρυση ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης, έλαβε το πρώτο θετικό σημάδι για την εκπλήρωση των στόχων του από τη διεθνή κοινότητα.

Με επιστολή που απηύθυνε στον ηγέτη της εβραϊκής κοινότητας στη Μεγάλη Βρετανία, λόρδο Ρότσιλντ, ο τότε βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, εξέφρασε την υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης στην προοπτική δημιουργίας μιας «εθνικής εστίας» για τους Εβραίους στην Παλαιστίνη.

Αξίζει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι από το 1882 έως το 1914 χιλιάδες Εβραίοι είχαν μεταναστεύσει στην αρχαία κοιτίδα τους, όπου είχαν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις γης.

Με τη λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ το Λονδίνο, προκειμένου να αποσπάσει την πολύτιμη βοήθεια του εβραϊκού στοιχείου με τα πανίσχυρα ερείσματα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, τασσόταν υπέρ της δημιουργίας μιας εβραϊκής εθνικής εστίας σε εδάφη της Παλαιστίνης, που αποτελούσε τμήμα τής υπό κατάρρευσης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η επακολουθήσασα (μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) υπαγωγή της Παλαιστίνης στη σφαίρα της βρετανικής κυριαρχίας ήταν κάτι που δεν ικανοποιούσε ασφαλώς ούτε το σιωνιστικό κίνημα αλλά ούτε και τον αραβικό κόσμο.

Πάντως, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με την ενθάρρυνση του Λονδίνου, συνεχίστηκε ο εποικισμός της Παλαιστίνης από Εβραίους.

Έτσι, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των Αράβων, το εβραϊκό στοιχείο αποτελούσε το 1939 το 30% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής.

Μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ύστερα από την τραγωδία του Ολοκαυτώματος, το ζήτημα της δημιουργίας ενός εβραϊκού κράτους επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο.

Το λεγόμενο εβραϊκό ζήτημα έπρεπε να επιλυθεί, και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία ο εβραϊκός πληθυσμός στην περιοχή της Παλαιστίνης άγγιζε πλέον τις 550.000-600.000.

Την ίδια περίοδο το αίτημα των λαών για ελευθερία και η προϊούσα αποδυνάμωση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας επηρέαζαν την όλη κατάσταση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Βρετανοί, αφού πρώτα αποχώρησαν από την Ιορδανία και λίγο πριν εγκαταλείψουν την Ινδία, οδηγήθηκαν στην απόφαση να εγκαταλείψουν την Παλαιστίνη.

Το Φεβρουάριο του 1947 η Βρετανία ζήτησε από τον αρτισύστατο Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να αποφανθεί για την τύχη της Παλαιστίνης, που συνιστούσε την τελευταία Δυτική «εντολή» στη Μέση Ανατολή.

Η ειδική επιτροπή που συγκρότησε προς τούτο ο ΟΗΕ μελέτησε τη διαμορφωθείσα κατάσταση και υπέβαλε εντέλει δύο σχέδια για το μέλλον της Παλαιστίνης: το πρώτο σχέδιο προέβλεπε τη διαίρεση της Παλαιστίνης με τη δημιουργία ενός εβραϊκού και ενός αραβικού κράτους, ενώ το δεύτερο, το σχέδιο της μειοψηφίας, προέκρινε την ομοσπονδιακή ένωση των δύο κρατών και την άσκηση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Η εβραϊκή πλευρά αποδέχτηκε την πρόταση της πλειοψηφίας, ενώ οι Άραβες απέρριψαν και τα δύο προταθέντα σχέδια.

Έτσι, στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε κατά πλειοψηφία τη σύσταση δύο κρατών, ενός αραβικού και ενός εβραϊκού.

Η Ιερουσαλήμ, ιερή πόλη και για τους δύο λαούς, θα ετίθετο υπό διεθνή έλεγχο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα υπήρξε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ψήφισε κατά της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ (η de facto αναγνώριση του ισραηλινού κράτους έλαβε χώρα το 1949, ενώ η de jure αναγνώριση πολλές δεκαετίες αργότερα, το 1990).

Στις 14 Μαΐου 1948 ανακοινώθηκε η ίδρυση του κράτους του  Ισραήλ, με πρόεδρο τον Χαΐμ Βάισμαν και πρωθυπουργό τον Δαβίδ Μπεν Γκουριόν.

Στις 15 Μαΐου, μία μόλις ημέρα μετά την ανακήρυξη της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, ο αραβικός κόσμος, που δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ σε μια περιοχή που πίστευε ότι του ανήκε, εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του Ισραήλ.

Στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Ιράκ και της Συρίας επιτέθηκαν εναντίον του ισραηλινού κράτους.

Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε ξεκινήσει.

Γράψτε το σχόλιο σας