Ποιος είναι ο ρόλος ενός σπιτιού; Είναι απλώς τοίχοι και αντικείμενα που συνοδεύουν τις αναμνήσεις μας ή ένα ζωτικό σώμα με παλμό που ορίζει ήρωες και πρωταγωνιστές;

Η παράσταση «Ο δρόμος περνά από μέσα» αφήνει στο θεατή να δώσει τις απαντήσεις. Το εξαιρετικό κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, γραμμένο το 1990 και σκηνοθετημένο από τον ίδιο στο πρώτο του ανέβασμα έχει από μόνο του μια υπέροχη οικονομία και ταυτόχρονα καίριους μονολόγους.

Ο Χρήστος Σουγάρης που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία και την επεξεργασία του κειμένου (μαζί με τον Στέργιο Πάσχο) έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά χωρίς να χάνει σε καμία περίπτωση το κείμενο την αρχική του αίγλη. Και η μουσική του Στέφανου Κορκολή χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς λειτουργεί άρτια σε μια παράσταση που όλα είναι δουλεμένα και υπηρετούν το μέτρο.

Ο Κορκολής επέλεξε -πολύ σωστά- να μην αφήσει σε κανένα σημείο τη μουσική να υπερβεί το κείμενο. Αν και η συνθετική του ικανότητα μπορούσε να τον παρασύρει σε ένα ανοιχτό και εξωστρεφή έργο, όπως αυτά που τον χαρακτηρίζουν και αγαπάει ιδιαίτερα το κοινό, ωστόσο εδώ λειτούργησε άψογα σαν μέρος μιας ομάδας. Η μουσική δίνει το έναυσμα για να ξεδιπλωθεί η πλοκή του έργου και μόνο στο τέλος με ένα αγγλόφωνο υπέροχο τραγούδι παίρνει τη σκυτάλη και δίνει χώρο στους θεατές για να επεξεργαστούν το φινάλε.

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή του καβγά του Πέρη Μιχαηλίδη με τον Αλέξανδρο Βάρθη στην οποία λειτουργούν όλα τόσο καλοκουρδισμένα που νομίζεις ότι βλέπεις κινηματογραφική ταινία με την άψογη σύνθεση του Κορκολή να παίρνει ουσιαστικά μέρος και να μην αποτελεί απλώς σαν μουσική υπόκρουση.

Ένα σπίτι πρωταγωνιστής, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά και ήρωες που μοιάζουν καθημερινοί αλλά παραμένουν αέναοι, αναλλοίωτοι στο χρόνο.

Το παλιό αναμετράται με το καινούργιο, οι μνήμες και το συναίσθημα, με το εύκολο κέρδος, την αλλαγή, την ευκολία. Και όλα αυτά στην ουσία αναμετρούνται μέσα μας. Ο συμβολισμός του σπιτιού μπορεί εύκολα να αναλυθεί στην προσωπικό αγώνα του καθενός αλλά σε μια κοινωνική αλλαγή που ήδη την εποχή που γράφτηκε το κείμενο ήταν πολύ έντονη.

Χωρίς καθαρό πολιτικό σχόλιο ο Καμπανέλλης καταφέρνει να μας μεταφέρει με επιδέξιο τρόπο ανησυχίες μια εποχής που μοιάζει να θέλει να ξεφορτωθεί δεσμεύσεις και αγκυλώσεις αλλά παράλληλα να κρατήσει την παλιά της αίγλη.

Η παράσταση που έχει στηθεί στο μικρό Χορν έχει εκτός όλων των άλλων ένα μεγάλο πρωταγωνιστή. Ένα σπίτι, ένα γιγαντιαίο κουκλόσπιτο που ανάλογα με τις δραματουργικές ανάγκες, ανοίγει και κλείνει, εγκλωβίζει και απελευθερώνει.

Το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου αποφεύγει την ευκολία του παλαιού σπιτιού, με τα φθαρμένα έπιπλα και τα σκοροφαγωμένα ξύλα και ουσιαστικά λειτουργεί σαν εργαλείο στα χέρια των ηρώων. Όταν ο Πέρης Μιχαηλίδης μπαίνει μέσα σε αυτό, μοιάζει τεράστιο μέσα σε ένα μικροσκοπικό χώρο, εγκλωβισμένο στο παρελθόν του και όταν το κεφάλι της Ρούλας Πατεράκη εξέχει από την οροφή αυτόματα φανταζόμαστε ένα σώμα πεθαμένο και ένα κεφάλι που προσπαθεί να σωθεί.

Μικρά τέλεια δωματιάκια που φωτίζουν και σκοτεινιάζουν ανάλογα με τη σκηνή και ένα σπίτι που κινείται επί της ουσίας για να μας δείξει πως οι ήρωες νιώθουν μέσα, έξω αλλά και σε σχέση με αυτό.

Εκτός από τα δύο μεγαθήρια του ελληνικού θεάτρου, τον Πέρη Μιχαηλίδη και την Ρούλα Πατεράκη μεγάλη έκπληξη προκαλεί η υποκριτική ικανότητα της Κωνσταντίνας Κλαψινού.

Η νεαρή ηθοποιός κρατάει σε εντυπωσιακό βαθμό το ρυθμό του έργου και είναι αυτή που ισορροπεί ανάμεσα στους δύο κόσμους. Με πολύ καλή ροή, εναλλαγή συναισθημάτων και μια έμφυτη ευαισθησία ανήκει στις ηθοποιούς της νέας γενιάς που θα μας απασχολήσουν έντονα στο μέλλον. Στο πλάι της οι επίσης εξαιρετικοί Αλέξανδρος Βάρθης και Πάρης Θωμόπουλος.

Γράψτε το σχόλιο σας