Ο Γιώργης Χριστοδούλου, συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια δρόμου στην ελληνική δισκογραφία και κάνει ένα σπουδαίο δώρο στους φίλους του. Το νέο του άλμπουμ κυκλοφορεί με τη μορφή βιβλίου-cd και έχει τίτλο «Αν η αγάπη ήταν δρόμος». Η νέα αυτή δουλειά είναι η συνέχεια της συνεργασίας του τραγουδοποιού με την Μικρή Άρκτο, ύστερα από την πολύ επιτυχημένη διπλή έκδοση του Ο Αττίκ στο Παρίσι.

Έντεκα  τραγουδιστές ιστορίες που συνοψίζουν την πορεία του Γιώργη, μιας και περιέχει κάτι από τις πρώτες του εμφανίσεις με την Αρλέτα, από τη μουσική του για το θέατρο, τις ζωντανές συναυλίες και από τις συνεργασίες του με 4 Ελληνίδες τραγουδοποιούς που αγαπάει πολύ: την Ανδριάνα Μπάμπαλη, τη Μαρίζα Ρίζου, τη Μάρω Μαρκέλλου και την Κατερίνα Κυρμιζή.

Ο Γιώργης Χριστοδούλου μας μιλάει για αυτή τη δουλειά και για τα 20 χρόνια του στη δισκογραφία.

 

Γιατί Αν η αγάπη ήταν δρόμος;

Ο τίτλος αυτός, εκτός από τραγούδι στο άλμπουμ είναι και συμβολικός. Γιατί τα 20 χρόνια που πέρασαν από τον πρώτο μου δίσκο (Γιαπωνέζικοι κήποι, Ankh 1998) διανύθηκαν από αγάπη, χωρίς κανένα άλλο κίνητρο. Στην πορεία συνάντησα φίλους, καλούς συνεργάτες, αλλά και πολλά εμπόδια και ανθρώπους που είχαν άλλες βλέψεις και όχι να υπηρετήσουν τη μουσική.
Προσπάθησα και νομίζω τα κατάφερα, να αποφύγω όσο μπορούσα τις «κακοτοπιές» και να μείνω με εκείνους που πραγματικά αγαπούν την τέχνη του τραγουδιού.

Πώς αισθάνεστε που κλείνετε 20 χρόνια στην ελληνική δισκογραφία;

Σαν να ξεκινάω τώρα. Μόνο που πια είμαι πιο, ας πούμε, «υποψιασμένος». Αλλά σε κάθε νέα δουλειά, έχω το άγχος να μην την προδώσω.

Πώς προέκυψε ο νέος σας δίσκος;

Η δουλειά αυτή στο ξεκίνημά της προοριζόταν για έναν άλλο άνθρωπο ο οποίος δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει.
Είχαμε όμως ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις κι έτσι αποφάσισα με αφορμή τα 20 μου χρόνια στον μαγικό κόσμο των στούντιο, να προσθέσω τραγούδια, να αλλάξω πολλά πράγματα και τελικά να κάνω ένα άλμπουμ συνοψίζοντας αυτά τα 20 χρόνια «λαμπρής καριέρας» σε πολλά εισαγωγικά!

Πώς έγινε η επιλογή των κομματιών του δίσκου;

Κάθε ένα έχει και κάτι από μια περίοδο μου στη δισκογραφία. Γι’ αυτό είναι ένα άλμπουμ που έχει στοιχεία τζαζ, κιθαριστικές μπαλάντες, ένα τραγούδι γραμμένο για τον Αττίκ, ένα τραγούδι της Αρλέτας, ένα τραγούδι παλαιότερο που είχαμε φτιάξει με τη Μάρω Μαρκέλλου και τον Πάνο Σουρούνη («Φάβα»), ακόμα κι ένα που είχα φτιάξει για μια θεατρική παράσταση του Λάκη Λαζόπουλου το 2003.

Ποιους προβληματισμούς θίγει ο δίσκος;

Το τραγούδι δεν είναι μόνο για να μας προβληματίζει, ίσα-ίσα, η τέχνη του τραγουδιού είναι μια πολύ ιδιαίτερη και δύσκολη υπόθεση όσο και η λεγόμενη «σοβαρή» μουσική.
Γιατί μπορεί -αν είναι φτιαγμένο με μαστοριά και ψυχή- να μας ισορροπήσει, να μας διδάξει την ομορφιά, να μας συγκινήσει. Κι αυτό είναι η προσφορά του και το κέρδος μας.

Τι μήνυμα θέλετε να περάσετε στον κόσμο;

Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: ο καθένας λαμβάνει αυτό που είναι έτοιμος να δεχτεί και να «ακούσει».
Εγώ προσπαθώ να φτιάχνω όσο περνάει ο καιρός και πιο ολοκληρωμένα, αισθητικά, άλμπουμ, με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτότητα του αισθήματος και την κομψότητα τους.
Μπορεί κάποιος να πει ότι ακούγεται αμελητέο αυτό, αλλά η σημερινή εποχή, μια εποχή θορυβώδης, φωνακλάδικη και αγοραία, νομίζω ότι έχει τώρα, παρά ποτέ άλλοτε, αυτή την  ανάγκη.

Πώς είναι η δισκογραφία στην Ελλάδα σήμερα;

Ανύπαρκτη. Περάσαμε στην εποχή των «αδέσποτων» τραγουδιών. Κι αυτό, αναγκαστικά -από τη στιγμή που θα βγει ένα και μόνο τραγούδι- βάζει τις εταιρείες και τους δημιουργούς στη διαδικασία να κυκλοφορήσουν κάτι που θα ακουστεί, που θα γίνει επιτυχία, έτσι όμως χάνεται η ομορφιά των b-sides, εκείνων των τραγουδιών που ήταν η ψυχή ενός άλμπουμ, αυτών που απευθύνονταν στους περισσότερο μουσικόφιλους. Γι’ αυτό, προσπαθώ τα τελευταία χρόνια  – σε συνεργασία με τη Μικρή Άρκτο – να κυκλοφορώ ακόμα, ολόκληρα άλμπουμ και μάλιστα σε μορφή βιβλίου-cd.

Ποια είναι τα πρότυπά σας στη μουσική;

Πρότυπα δεν έχω, έχω «δασκάλους», όχι με την κλασική έννοια, αλλά με την πιο καθολική. Δηλαδή τους μελετάω, τους ακούω ξανά και ξανά, ασχολούμαι με το έργο τους και χωρίς να το καταλαβαίνω, βρίσκω, αργότερα, στοιχεία τους στη δική μου δουλειά. Τέτοιες περιπτώσεις στη δική μου ιστορία είναι η Αρλέτα, ο Αττίκ, ο Mel Torme… Έτσι γίνεται, ο Σεφέρης έλεγε, «τα λόγια μας ειναι παιδιά πολλών ανθρώπων». Το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια ή τη φωνή μας.

Από πού εμπνέεστε;

Μου έχει τύχει να είναι η ιστορία ενός φίλου, ή κάτι που ήθελα εγώ να πω και δεν τόλμησα. Τα τραγούδια είναι επιστολές. Είναι γράμματα, τραγουδιστά. Έχουν παραλήπτες. Προσωπικά, γι’ αυτούς τραγουδώ. Γι’ αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει σε πόσους θα φτάσει ένα γράμμα.
Μ’ ενδιαφέρει να φτάσει. Γιατί δεν είναι διαφημιστικό φυλλάδιο κάτω από την πόρτα.
Είναι κάτι που μπορεί να το φυλάξεις, ίσως, για πάντα.