Βαγγέλης Στεργιόπουλος

Επαχθής, απεχθής και ειδεχθής: τρία λόγιας προελεύσεως τριγενή και δικατάληκτα επίθετα της ελληνικής γλώσσας, που προκαλούν σύγχυση στη χρήση τους λόγω του ότι συγγενεύουν ηχητικώς.

Για να καταστήσουμε ευδιάκριτη τη σημασιολογική διαφορά των εν λόγω επιθέτων και να είμαστε σε θέση να επιλέγουμε το κατάλληλο σε κάθε περίπτωση, θα τα προσεγγίσουμε από ετυμολογικής απόψεως.

Το επίθετο επαχθής (ο/η επαχθής, το επαχθές), που απαντά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα με την ίδια σημασία, είναι σύνθετη λέξη, με πρώτο συνθετικό το επί και δεύτερο συνθετικό τη λέξη άχθος, δηλαδή βάρος, βαρύ φορτίο, φορτίο θλίψεως.

Το χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε κάτι που επιβαρύνει, κάτι που είναι δυσβάστακτο, δυσάρεστο, ενοχλητικό, οχληρό, φορτικό, λυπηρό:

«Οι όροι της συγκεκριμένης συνθήκης υπήρξαν επαχθείς για την ελληνική πλευρά», «Παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες της κυβέρνησης, επιβλήθηκε νέος επαχθής φόρος για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα», «Τα επαχθή δάνεια του παρελθόντος οδήγησαν σε χρεοκοπία πολλές επιχειρήσεις», «Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έκαναν λόγο για επαχθείς συνθήκες εργασίας, κάτω από τις οποίες δεν μπορεί να δουλέψει κανείς».

Το επίθετο απεχθής (ο/η απεχθής, το απεχθές), και αυτό κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γλώσσα, προέρχεται από τη συνένωση των λέξεων από και έχθος, δηλαδή μίσος, έχθρα, εχθρότητα.

Όταν κάνουμε χρήση του επιθέτου αυτού, αναφερόμαστε σε κάτι που προκαλεί μίσος, απέχθεια, αποστροφή ή βδελυγμία, κάτι που είναι μισητό, εχθρικό, αντιπαθητικό ή απωθητικό:

«Πέραν πάσης αμφιβολίας, οι πράξεις του είναι απεχθείς», «Η απεχθής μορφή του έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου», «Ζητήσαμε την παρέμβαση του αρμόδιου υπουργού, ώστε να αντιμετωπίσουμε όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά αυτήν την απεχθή εργοδοτική συμπεριφορά».

Το επίθετο ειδεχθής (ο/η ειδεχθής, το ειδεχθές) είναι επίσης σύνθετη λέξη, με πρώτο συνθετικό το είδος (μορφή, σχήμα, ό,τι φαίνεται) και δεύτερο συνθετικό το προαναφερθέν έχθος.

Όσοι μεταχειρίζονται το εν λόγω επίθετο, έχουν στο νου τους κάτι που προκαλεί αηδία και αποτροπιασμό, κάτι που είναι αποκρουστικό στην όψη, απαίσιο, ανατριχιαστικό, βδελυρό, μυσαρό, σιχαμερό, φρικιαστικό:

«Η μελέτη του αναφέρεται στα ειδεχθή εγκλήματα του ναζισμού κατά της ανθρωπότητας», «Η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών αποτελεί ένα έγκλημα ιδιαζόντως ειδεχθές», «Ο ειδεχθής δολοφόνος πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά από την ελληνική δικαιοσύνη».

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, τα επίθετα απεχθής και ειδεχθής συγγενεύουν όχι μόνο ηχητικώς αλλά και σημασιολογικώς.

Αντίθετα, το επίθετο επαχθής, μολονότι είναι παρεμφερές από ηχητικής απόψεως, δεν έχει καμία σχέση με τα δύο προηγούμενα επίθετα από σημασιολογικής απόψεως.

in.gr