«Επί ασπαλάθων…»

Είταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι’ ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…


Γαλήνη.
— Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
πάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».


Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971


Το ανωτέρω υπήρξε το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Πρωτοδημοσιεύτηκε, σε γαλλική μετάφραση του ιδίου, στην παρισινή εφημερίδα Le Monde, στις 27 Αυγούστου 1971. Η πρώτη δημοσίευσή του στην ελληνική γλώσσα έγινε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, τρεις ημέρες μετά το θάνατο του μεγάλου ποιητή και την επομένη της κηδείας του.


Ο Σεφέρης εμπνεύστηκε το θέμα του ποιήματός του από ένα χωρίο της Πολιτείας του Πλάτωνα (615e-616a), που αναφέρεται στη μετά θάνατον τιμωρία των αδίκων:

ενταύθα δη άνδρες, έφη, άγριοι, διάπυροι ιδείν, παρεστώτες και καταμανθάνοντες το φθέγμα, τους μεν διαλαβόντες ήγον, τον δε Αρδιαίον και άλλους συμποδίσαντες χείρας τε και πόδας και κεφαλήν, καταβαλόντες και εκδείραντες, είλκον παρά την οδόν εκτός επ’ ασπαλάθων κνάπτοντες, και τοις αεί παριούσι σημαίνοντες ων ένεκα τε και ότι εις τον Τάρταρον εμπεσούμενοι άγοιντο.

Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο (μτφρ Ν. Μ. Σκουτερόπουλος).

Αρχικά λιγοστές πληροφορίες, ώστε να γίνει κατανοητή η περικοπή: ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, μεταξύ άλλων ανοσιουργημάτων του, είχε σκοτώσει το γέροντα πατέρα του και το μεγαλύτερο αδερφό του. Έτσι, η τιμωρία του υπήρξε φοβερή και τρομερή: άνδρες αγριωποί τον έδεσαν χειροπόδαρα, τον έγδαραν, τον έσυραν πάνω σε ασπαλάθους και τον οδήγησαν στα Τάρταρα, στα έγκατα του Άδη, στην κόλαση.

Η μετοχή «κνάπτοντες», που συνοδεύει την εμπρόθετη γενική «επ’ ασπαλάθων», προέρχεται από το ρήμα κνάπτω, που σημαίνει εν προκειμένω κατατεμαχίζω, ξεσχίζω.

Οι ασπάλαθοι, θάμνοι με μεγάλα αγκάθια και κίτρινα λουλούδια, διατηρούν ίδια κι απαράλλακτη την ονομασία τους από την αρχαιότητα.

Και τώρα οι σκέψεις μου: μεσούσης της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ο Σεφέρης φροντίζει να βρεθεί στο Σούνιο την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα μεγάλης εθνικής και θρησκευτικής εορτής.

Σε απόσταση ασφαλείας από τις ακαλαίσθητες εορταστικές εκδηλώσεις και τους πομπώδεις λόγους των δικτατόρων, στην αγκαλιά της ανόθευτης ελληνικής φύσης και παράδοσης, ο ποιητής παραδίδεται στους συνειρμούς του.

Μια αρχαία λέξη ανασύρεται από του μυαλού του τ’ αυλάκια, λέξη συνυφασμένη με τα κρίματα, τις αμαρτίες των αδίκων: ασπάλαθος, το όνομα του κίτρινου θάμνου.

Επί ασπαλάθων λοιπόν οι τύραννοι, πάντα.

Στην αρχαιότητα, σήμερα, αύριο.