Συμπτώματα όπως επίμονη κόπωση, δύσπνοια, «ομίχλη» στον εγκέφαλο και κατάθλιψη θα μπορούσαν να κάνουν πολλά εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως να αισθάνονται άρρωστοι. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής ορισμός μεταξύ της «μακράς COVID» ή του «μετά-COVID  συνδρόμου». Ήδη το βρετανικό  NICE, έχει δώσει κοινές οδηγίες για τα συνεχιζόμενα συμπτώματα μετά την οξεία νόσηση από κοροναϊό, τόσο για διάστημα 4-12 εβδομάδων, όσο και για μετά τις 12 εβδομάδες από τη νόσηση.

Παρόλα αυτά πρόσφατη μελέτη από ασθενείς στη Γουχάν, αναφέρει σοβαρά συμπτώματα σε ασθενείς που επέζησαν του κοροναϊού, ένα έτος μετά τη νόσηση.

Μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Lancet, από τον Lixue Huang και τους συνεργάτες του αναφέρει αποτελέσματα 12 μηνών από τη μεγαλύτερη ομάδα νοσηλευθέντων ενηλίκων επιζώντων του COVID-19 μέχρι στιγμής. Η μελέτη αφορούσε ενήλικες, με διάμεση ηλικία 59 ετών, που πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο Jin Yin-tan στη Γουχάν της Κίνας, και έδειξε τη φύση και την έκταση της μακράς COVID. Ένα έτος μετά, οι επιζώντες του COVID-19 είχαν περισσότερα κινητικά προβλήματα, πόνο ή δυσφορία και άγχος ή κατάθλιψη από τους συμμετέχοντες από την ομάδα ελέγχου την οποία αποτελούσαν ενήλικες που ζούσαν στην κοινότητα χωρίς μόλυνση SARS-CoV-2.

Συμπτώματα

Η κόπωση ή η μυϊκή αδυναμία ήταν το πιο συχνά αναφερόμενο σύμπτωμα τόσο στους 6 μήνες όσο και στους 12 μήνες, ενώ σχεδόν οι μισοί ασθενείς ανέφεραν ότι είχαν τουλάχιστον ένα σύμπτωμα, όπως δυσκολίες στον ύπνο, ταχυκαρδία, πόνο στις αρθρώσεις ή πόνο στο στήθος, στους 12 μήνες. Η μελέτη δείχνει ότι για πολλούς ασθενείς, η πλήρης ανάρρωση από COVID-19 θα διαρκέσει περισσότερο από 1 χρόνο και εγείρει σημαντικά ζητήματα για τις υπηρεσίες υγείας και την έρευνα.

Σε άρθρο στο Lancet μετά την δημοσίευση της παραπάνω μελέτης, επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της «μακράς COVID» από άλλα «μετα-ιικά» σύνδρομα, όπως επίσης δεν υπάρχουν και σαφή βιοχημικά ή ακτινολογικά χαρακτηριστικά που να βοηθούν τη διάγνωση, την πρόγνωση και τα αποτελέσματα.

«Χωρίς αποδεδειγμένες θεραπείες ή ακόμη και οδηγίες αποκατάστασης, η μακροχρόνια COVID επηρεάζει την ικανότητα των ανθρώπων να συνεχίσουν την κανονική ζωή και την ικανότητά τους να εργάζονται. Η επίδραση στην κοινωνία, από την αυξημένη επιβάρυνση της υγειονομικής περίθαλψης και τις απώλειες στην οικονομία και την παραγωγικότητα, είναι σημαντική. Η «μακρά COVID» είναι μια σημαντική σύγχρονη ιατρική πρόκληση.

Προφανώς, η κατάσταση αφορά τη δημόσια υγεία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι 945.000 άτομα (1,5% του πληθυσμού) είχαν αναφέρει «μακρά COVID» ως τις 4 Ιουλίου 2021, σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Στατιστικών του Ηνωμένου Βασιλείου, συμπεριλαμβανομένων 34.000 παιδιών ηλικίας 2-16 ετών. Η συχνότητα ήταν μεγαλύτερη σε άτομα ηλικίας 35-69 ετών, κορίτσια και γυναίκες, άτομα που ζούσαν στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, εργαζόμενοι στην υγεία ή στην κοινωνική περίθαλψη και άτομα με αναπηρία», σημειώνεται στο άρθρο.

Όπως υπογραμμίζεται στο άρθρο του Lancet:

  • Mόνο το 0,4% των ασθενών με COVID-19 δήλωσαν ότι συμμετείχαν σε πρόγραμμα αποκατάστασης. Ο λόγος για τη μειωμένη χρήση υπηρεσιών αποκατάστασης είναι ασαφής, αλλά η περιορισμένη αναγνώριση της μακράς COVID και η έλλειψη σαφών οδών παραπομπής ήταν κοινά προβλήματα παγκοσμίως.
  • H επίδραση της μακράς COVID στην ψυχική υγεία απαιτεί περαιτέρω και μακροπρόθεσμη έρευνα. Το ποσοστό των επιζώντων της COVID-19 που είχαν άγχος ή κατάθλιψη αυξήθηκε ελαφρώς μεταξύ 6 και 12 μηνών και το ποσοστό ήταν πολύ μεγαλύτερο στους επιζώντες του COVID-19 παρά στις  ομάδες ελέγχου.
  • Τα αποτελέσματα από την ομάδα της Γουχάν δεν μπορούν να γενικευτούν σε άλλους πληθυσμούς – π.χ., ασθενείς που δεν εισήχθησαν στο νοσοκομείο, νεότερους, μειονότητες φυλών και άλλες ομάδες μειονεκτούντων ατόμων που έχουν πληγεί δυσανάλογα από την πανδημία. Η έρευνα σε αυτούς τους πληθυσμούς πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα.

Αναφερόμενο στην έκκληση του ΠΟΥ  για προτεραιότητα στην αναγνώριση, αποκατάσταση και έρευνα για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του COVID-19, καθώς και στη συλλογή δεδομένων για το μακροχρόνιο COVID, το Lancet σημειώνει ότι:

  • Απαιτείται μια συνεκτική ατζέντα έρευνας για την πρόληψη ερευνητικών λαθών και τη βελτίωση των αποτελεσμάτων για τους ασθενείς. Οι επιστημονικές και ιατρικές κοινότητες πρέπει να συνεργαστούν για να διερευνήσουν τον μηχανισμό και την παθογένεση της μακράς COVID, να υπολογιστούν οι παγκόσμιες και περιφερειακες επιπτώσεις της ασθένειας, να προσδιοριστεί καλύτερα ποιος κινδυνεύει περισσότερο, να γίνει κατανοητό πώς τα εμβόλια μπορεί να επηρεάσουν την κατάσταση και να αναπτυχθούν αποτελεσματικές θεραπείες μέσω τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών.
  • Ταυτόχρονα, οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να αναγνωρίσουν και να αξιολογήσουν την επίπτωση των επίμονων συμπτωμάτων του μακροχρόνιου COVID στους ασθενείς, ενώ τα συστήματα υγείας πρέπει να προετοιμαστούν για να επιτύχουν εξατομικευμένους στόχους, προσανατολισμένους στον ασθενή, με κατάλληλα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό σε επίπεδο σωματικό, γνωστικό, κοινωνικό και επαγγελματικό.
  • Η απάντηση σε αυτά τα ερευνητικά ερωτήματα, παρέχοντας παρηγορητική και διεπιστημονική φροντίδα, θα απαιτήσει όλο το εύρος της επιστημονικής και ιατρικής εφευρετικότητας. Είναι μια πρόκληση απέναντι στην οποία ολόκληρη η κοινότητα της υγείας πρέπει να σταθεί στο ύψος της.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο