Η διόρθωση της πρόβλεψης του ΔΝΤ για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας το 2021 και το 2022 ήρθε να επιβεβαιώσει κάτι που είχε διαφανεί όλο το προηγούμενο διάστημα. Η πανδημία δημιουργεί μια ιδιαίτερα άνιση συνθήκη ως προς τη δυνατότητα των χωρών να επιστρέψουν σε μια συνθήκη «κανονικότητας».

Έτσι το ΔΝΤ μπορεί να διατήρησε τη συνολική του πρόβλεψη για την παγκόσμια ανάπτυξη για το 2021 στο 6%, εντούτοις μείωσε κατά 0,4% την πρόβλεψή του για τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, δίνοντας πλέον γι’ αυτές πρόβλεψη 6,3%. Μάλιστα, η προς τα κάτω διόρθωση ήταν πιο έντονη σε χώρες της νοτιοανατολικής και νότιας Ασίας και την Ινδία (στην τελευταία η αναθεώρηση της πρόβλεψη ήταν 3% χαμηλότερη από την προηγούμενη).

Η σχέση εμβολιασμού και οικονομικής ανάκαμψης

Το ερώτημα για την οικονομική ανάκαμψη το τελευταίο διάστημα έχει επικεντρωθεί στο ζήτημα του πολύ άνισου ρυθμού εμβολιασμού. Τα εμβόλια αποτελούν αυτή τη στιγμή το βασικό μέσο που επιτρέπει σε χώρες να μπορούν να αποφύγουν τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, εάν καταφέρουν ένα υψηλό ποσοστό εμβολιασμού του πληθυσμού.

Αντίθετα, οι νέες πολύ πιο μεταδοτικές παραλλαγές του κορωναϊού ενέχουν διαρκώς τον κίνδυνο μεγάλων εξάρσεων κρουσμάτων ιδίως σε χώρες με χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού, την ώρα που αποδεικνύεται ότι ακόμη και χώρες που κατάφεραν στα πρώτα κύματα να ελέγξουν την εξάπλωση με τη χρήση περιοριστικών μέτρων, πλέον διαπιστώνουν ότι χωρίς μεγάλη αύξηση του ποσοστού εμβολιασμού, οι προηγούμενες άμυνες αποδεικνύονται πλέον ανεπαρκής.

Όμως, αυτό δεν είναι κάτι που αφορά απλώς τη δημόσια υγεία. Αφορά και την οικονομία. Και αυτό γιατί χώρες που αντιμετωπίζουν μεγάλες εξάρσεις της πανδημίας δεν μπορούν να έχουν μια πλήρη επιστροφή σε μια πλήρη λειτουργία της οικονομίας. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πρέπει να συνεχίσουν να παίρνουν περιοριστικά μέτρα και αυτό δεν επιτρέπει να έχουν την ρωμαλέα ανάπτυξη που κανείς θα περίμενε μετά από μια μακρόχρονη εμπειρία περιορισμών.

Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για χώρες της Ασίας που αντιμετώπισαν ή/και αντιμετωπίζουν μεγάλες εξάρσεις, από την Ινδία μέχρι τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά και για περιοχές όπως η υποσαχάρια Αφρική.

Αυτό έχει να κάνει με δύο βασικές παραμέτρους, αλληλοσυνδεόμενες μεταξύ τους. Η μία αφορά τους πολύ αργούς ρυθμούς με τους οποίους ξεδιπλώνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες τα προγράμματα εμβολιασμού. Η άλλη έχει να κάνει με το ότι σε αρκετές περιπτώσεις σε αυτές τις χώρες οι κυβερνήσεις δεν έχουν την ίδια δυνατότητα για μεγάλα κρατικά προγράμματα τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, όπως αυτά που έχουν χρησιμοποιήσει και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν οι αναπτυγμένες χώρες.

Η ανισότητα στον εμβολιασμό

Για να καταλάβουμε την ανισότητα ως προς τον εμβολιασμό σε παγκόσμια κλίμακα αρκεί να αναλογιστούμε ότι μέχρι τώρα το 84% των εμβολιασμών έχουν γίνει σε χώρες ανώτερου και ανώτερου-μέσου εισοδήματος, ενώ μόλις το 0,3% των δόσεων έχει χορηγηθεί σε χώρες χαμηλού εισοδήματος.

Στις αρχές του Ιουλίου το ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων στις αναπτυγμένες χώρες έφτανε το 40% , ενώ στις αναδυόμενες οικονομίες ήταν λιγότερο από μισό και στις χώρες χαμηλού εισοδήματος ακόμη μικρότερο. Αυτή τη στιγμή οι δυναμικές εμβολιασμού που καταγράφονται παγκοσμίως σημαίνουν ότι οι αναπτυγμένες χώρες μέχρι το τέλος της χρονιάς θα είναι σε επίπεδα εμβολιασμού που θα εξασφαλίζουν πλήρη επιστροφή στην «κανονικότητα», ενώ για αναπτυσσόμενες χώρες αυτό μετατίθεται αρκετά στον χρόνο.

Επιπλέον, οι αναπτυσσόμενες χώρες εάν βρεθούν αντιμέτωπες με έξαρση κρουσμάτων δεν έχουν τις ίδιες υποδομές με τις αναπτυγμένες για την αντιμετώπιση των βαριών περιστατικών και αυτό με τη σειρά του αυξάνει τη συνολική αρνητική επίπτωση της πανδημίας.

Η ανισότητα στα διαθέσιμα εργαλεία οικονομικής παρέμβασης

Σε όλα αυτά προστίθενται και τα άνισα εργαλεία που έχουν στα χέρια τους οι κυβερνήσεις για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Οι αναπτυγμένες οικονομίες ξόδεψαν πάνω από 5% του ΑΕΠ (και ορισμένες ακόμη και πάνω από 10%) σε μέτρα αποτροπής των επιπτώσεων της πανδημίας, την ώρα που σε μεγάλο μέρος του υπόλοιπου πλανήτη το ποσοστό ήταν ανάμεσα στο 2,5% και το 5% και σε αρκετές χώρες χαμηλού εισοδήματος κάτω του 2,5%.  Αυτό σημαίνει ότι στις αναπτυσσόμενες και τις χαμηλού εισοδήματος υπήρξε μεγαλύτερη δυσκολία να αντιστραφούν οι επιπτώσεις της πανδημίας.

Όμως, όλα αυτά αντιστρέφουν μια βασική τάση που χαρακτήριζε την παγκόσμια οικονομία εδώ και δεκαετίες. Και αυτή ήταν ότι «ατμομηχανή» της παγκόσμιας ανάπτυξης ήταν κατεξοχήν οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, που είχαν πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις «ώριμες» αναπτυγμένες οικονομίες.

Η διαπίστωση αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες χώρες συγκρατούν το συνολικό ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας. Σημαίνει επιπλέον ότι σε μια σειρά από χώρες χαμηλού εισοδήματος οι χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης σημαίνουν και πιο αργούς ρυθμούς κάλυψης του εισοδηματικού αλλά και κοινωνικού χάσματος με τον αναπτυγμένο κόσμο.

Η πρόκληση της αναμέτρησης με την ανισότητα

Οι προβλέψεις αυτές είναι μια οδυνηρή υπενθύμιση του βαθμού αλληλεξάρτησης των οικονομιών στο παγκόσμιο σύστημα στις μέρες μας. Αλλά και μια υπογράμμιση των ορίων της «εγωιστικής» ή «εθνικιστικής» αντίληψης που κυριάρχησε σε κρίσιμες πλευρές τα διαχείρισης της πανδημίας, από τον προστατευτικό εξοπλισμό μέχρι τα εμβόλια. Αντιθέτως, η έμφαση στη διεθνή αλληλεγγύη και η κινητοποίηση για την υποστήριξη του μαζικού εμβολιασμού και στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να συμβάλει και σε ταχύτερη και ισχυρότερη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο