Η κλιματική αλλαγή είναι ίσως η μεγαλύτερη οικολογική, οικονομική και κοινωνική πρόκληση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η προοπτική να καταστούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες μεγάλα τμήματα του πλανήτη απλώς αβίωτα, εάν δεν αντιστραφεί η σημερινή τάση αύξησης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, διαμορφώνει μια ολοένα και μεγαλύτερη πίεση για τη λήψη άμεσων μέτρων.

Και παρά τη μεγάλη τεχνολογική πρόοδο ως προς την εξέλιξη μέσων και μορφών αφαίρεσης διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, από τα μεγάλα σχέδια αναδάσωσης μέχρι σύνθετες τεχνικές δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, όλοι συμφωνούν ότι καθοριστική παράμετρος παραμένει η ριζική μείωση έως εξάλειψη της χρήσης τεχνολογιών που παράγουν διοξείδιο του άνθρακα μέσα από την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.

Ως μέσο σε αυτή την κατεύθυνση έχει προβληθεί και ήδη εφαρμόζεται εκτεταμένα η τιμολόγηση του άνθρακα, δηλαδή η φορολόγηση των ανθρακούχων εκπομπών σε συνδυασμό με τη θέσπιση ανώτατου ορίου ως προς αυτές. Η εκτίμηση είναι ότι αυτή η αύξηση του κόστους χρήσης μιας πηγής ενέργειας θα αποτελεί και σημαντικό κίνητρο για τον περιορισμό της χρήσης της. Έρευνες έχουν δείξει ότι μπορεί να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε συνδυασμό με την ενθάρρυνση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ταυτόχρονα, αυτό συνδυάστηκε με τη δυνατότητα εμπορίας των δικαιωμάτων στα χρηματιστήρια ρύπων. Παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ευρώπη υπήρξαν και σκάνδαλα ως προς τη διαχείριση αυτών των δικαιωμάτων, με πιο χαρακτηριστικό το σκάνδαλο εικονικών τιμολογίων που εκμεταλλεύτηκε το πλεόνασμα δικαιωμάτων που δημιούργησε η προηγούμενη οικονομική κρίση, το σύστημα εξακολουθεί να θεωρείται ως ένας αποτελεσματικός τρόπος για τον περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων και την αντιστροφή της πορείας προς την κλιματική αλλαγή.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα το ζήτημα του κόστους των δικαιωμάτων ρύπων είναι από τις πιο βασικές παραμέτρους που αφορούν το κόστος λειτουργίας της ΔΕΗ.

Η προοπτική ανόδου των τιμών των δικαιωμάτων ρύπων

Τα δικαιώματα ρύπων έχουν δείξει ότι ακολουθούν τις δυναμικές της οικονομίας και των αγορών. Ήταν χαρακτηριστική η μεγάλη υποχώρηση των δικαιωμάτων ρύπων τον περασμένο Μάρτιο, που αναλογούσε και στην συνολικότερη τότε κατακόρυφη πτώση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας.

Όμως, πέραν τέτοιων συγκυριακών διακυμάνσεων, η γενική εκτίμηση είναι ότι η τιμολόγηση του άνθρακα θα ακολουθήσει ανοδική πορεία όσο θα μεγαλώνει η πίεση για απεξάρτηση από τη χρήση των ορυκτών καυσίμων και την αντιστροφή των τάσεων που θα μετατρέψουν την κλιματική αλλαγή σε κλιματική καταστροφή.

Είναι ενδεικτικό ότι οι μεγάλες εταιρείες του ενεργειακού κλάδου ήδη προσανατολίζονται στην προοπτική αύξησης των δικαιωμάτων ρύπων. Η BP για παράδειγμα έχει την εκτίμηση ότι η τιμολόγηση άνθρακα θα κινηθεί προς την κατεύθυνση των 100 δολαρίων ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα το 2030.

Για να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό, ας αναλογιστούμε ότι μια τιμή 100 δολαρίων τον τόνο είναι αυτή τη στιγμή τετραπλάσια αυτής που χρησιμοποιούν ως ενδεικτικό μέσο όσο οι εταιρείες που χρησιμοποιούν τιμολόγηση άνθρακα για να διαχειριστούν τους κινδύνους και να περιορίσουν τις εκπομπές και πολύ μεγαλύτερη από τον μέσο όρο του 2019 ως προς τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Τι θα σημαίνει η αύξηση της τιμολόγησης άνθρακα

Μια τέτοια προοπτική, που όλοι εκτιμούν ότι είναι ρεαλιστική δεδομένων των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Από τη μια θα δώσει μια τεράστια ώθηση στις τεχνολογίες που μειώνουν δραστικά τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Από την άλλη, θα είναι μεγάλο πλήγμα για τις επιχειρήσεις που δεν θα μπορέσουν να προσαρμοστούν ή να λάβουν σημαντικές κρατικές επιχορηγήσεις.

Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι αυτό θα μπορούσε να σήμαινε και την υποχώρηση της αγοραίας κεφαλαιοποίησης των 1000 μεγαλύτερων επιχειρήσεων παγκοσμίως κατά 2,1 τρισεκατομμύρια δολάρια ή 3,7%. Οι 100 λιγότερο ανθεκτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χάσουν ακόμη και τη μισή αγοραία αξία τους. Οι 100 με την καλύτερη απόδοση θα μπορούσαν να τη δουν να αυξάνεται κατά 28%.

Το μέλλον της τιμολόγησης

Αυτή τη στιγμή κάτι παραπάνω από το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων του θερμοκηπίου καλύπτονται είτε από φόρους άνθρακα είτε από συστήματα επιβολής ορίων, αγοράς και πώλησης δικαιωμάτων ρύπων (cap and trade).

Οι επιχειρήσεις προτιμούν προφανώς τα συστήματα αγοράς και πώλησης δικαιωμάτων ρύπων, καθώς προσφέρουν ευελιξία στις επενδυτικές αποφάσεις. Όμως, υπάρχει το πρόβλημα της περίπλοκης διαδικασίας και του τρόπου που επηρεάζονται τελικά οι τιμές από τη γενική οικονομική συγκυρία. Οι φόροι άνθρακα από την άλλη μπορεί να αποτελούν αντικίνητρο στη χρήση ορυκτών καυσίμων, όμως καθαυτοί δεν θέτουν όρια, ενώ είναι ευάλωτοι σε πολιτικές και εκλογικές πιέσεις, καθώς προκαλούν έντονες αντιδράσεις.

 

Κλιματική ανταγωνιστικότητα και κερδισμένοι και χαμένοι στο παγκόσμιο εμπόριο

Με τη σειρά της, η κλίμακα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου και ο βαθμός εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα γίνεται παράμετρος της ανταγωνιστικότητας μιας επιχείρησης. Για παράδειγμα, μια εταιρεία μπορεί να δει να αυξάνεται σημαντικά το κόστος παραγωγής της εάν δραστηριοποιείται σε μια ζώνη με υψηλή τιμολόγηση άνθρακα, όπως η ΕΕ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον η τιμολόγηση του άνθρακα γίνεται καθοριστική και για το παγκόσμιο εμπόριο. Ειδικά η ΕΕ προωθεί την ιδέα ενός συνοριακού φόρου άνθρακα, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των εισαγωγών από χώρες που δεν συνεισφέρουν στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όμως, αυτό με τη σειρά του ισοδυναμεί με μια σημαντική αύξηση των δασμών.

Όλα αυτά, όπως είναι αναμενόμενο δημιουργούν κερδισμένους και χαμένους. Ο εταιρείες που επενδύουν στις ανανεώσιμες πηγές θα εκτιναχθούν, ενώ αρκετές εταιρείες που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα θα έχουν σημαντικές αυξήσεις του κόστους τους τα επόμενα χρόνια.

Αυτό με τη σειρά του θα διαμορφώσει και σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στις διαφορετικές χώρες και οικονομίες. Για παράδειγμα οικονομίες που στηρίζονται ιδιαίτερα στην εξορυκτική βιομηχανία, όπως είναι  αυτή της Αυστραλίας και του Καναδά θα δουν σημαντικότερες επιπτώσεις, σε σχέση π.χ. με τις ΗΠΑ όπου υπάρχει μεγαλύτερη στροφή στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας.

Ήδη η ενεργειακή βιομηχανία αισθάνεται μεγάλες πιέσεις. Το 2020 εταιρείες κολοσσοί όπως η ExxonMobil είδαν να έχουν για πρώτη φορά ζημιές ακόμη και 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στην μείωση της κινητικότητας και της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία αλλά και στη σαφή επιλογή κλάδων για απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τρόπο που εταιρείες όπως η General Motors ανακοινώνουν ότι έως το 2035 θα παράγουν μόνο ηλεκτρικά αυτοκίνητα.

Σε κάθε περίπτωση, η κλιματική αλλαγή και η πίεση για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θα αποτελεί ολοένα και πιο καθοριστική οικονομική παράμετρο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο