Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης θα παρουσιάζει κάθε Σάββατο βράδυ και Κυριακή μεσημέρι το δικό του Ποτ Πουρί στις Ρίζες στον Κεραμεικό. Μετά από 55 χρόνια καλλιτεχνικής εμπειρίας σε δισκογραφία, συναυλίες και εκπαίδευση, ο συνθέτης επιλέγει να παρουσιάσει ένα λαϊκό πρόγραμμα εφ’ όλης της ύλης, με πολυσυλλεκτικό ρεπερτόριο.

Στην παράσταση Ποτ Πουρί, ο συνθέτης «μπερδεύει» όμοια τραγούδια από διαφορετικές χρονολογικά δεκαετίες αλλά από συγγενείς συνθέτες με την ίδια κατεύθυνση, λαϊκό, ρεμπέτικο, δημοτικό, έντεχνο.

Η μεγαλοπρέπεια ενός ταξιμιού Σαμπάχ και αυτοσχεδιασμού την κατάλληλη στιγμή, στρώνουν το έδαφος για τα κλασικά «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Ένας μάγκας στο Βοτανικό», συνεχίζει με το ταξίμι Χιτζασκιάρ και τελείως φυσικά ακολουθούν οι ίδιοι δρόμοι με το «Τα βάσανά μου» και το «Ήθελα να σ’ αντάμωνα».

Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης μίλησε στο in.gr για αυτό το Ποτ Πουρί.

Πόσα χρόνια παίζετε μπουζούκι; Τι ακριβώς είναι αυτό που σας συνδέει μαζί του;

56 χρόνια προσπαθώ να μάθω μπουζούκι και ακόμα δε τα έχω καταφέρει! Στις ερωτικές σχέσεις, όπως αυτή που έχω εγώ με το μπουζούκι, δεν μπορείς να εκλογικεύσεις και να πεις τι είναι αυτό που σε συνδέει. Γιατί η σχέση είναι από τη φύση της ερωτική.

Έχοντας απάνω από 50 χρόνια στη μουσική, πως βιώνετε τη σχέση του κοινού με τη μουσική σε σχέση με παλαιότερα; Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές;

Κάθε εποχή έχει το βαθύ και το ουσιαστικό στην τέχνη, έχει και το ανάλαφρο. Στις παλιές δεκαετίες υπήρχε μεγάλη δόση ανάλαφρης αισθητικής στη μουσική τέχνη. Αλλά υπήρχαν μεγάλα αντίβαρα. Υπήρχε ο Χατζιδάκις, υπήρχε ο Γκάτσος, υπήρχε ο Τσαρούχης. Ο Θεοδωράκης, ο Ζαμπέτας, ο Ξαρχάκος και άλλοι πολλοί. Αυτοί θριάμβευσαν και χαρακτήρισαν την εποχή νικώντας το εύπεπτο και το ελαφράς αξίας καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Στην εποχή μας θριαμβεύει το εύκολο, το ανάλαφρο χωρίς να υπάρχουν τα αντίστοιχα αντίβαρα άλλων δεκαετιών. Και αν υπάρχουν, ένα αόρατο, ορατό σύστημα, δεν αφήνει να ανθίσουν άνθρωποι και καλλιτέχνες για να ισοσκελιστεί τουλάχιστον η ασχήμια της εποχής.

Έχετε συνεργαστεί με δεκάδες συνθέτες ως μουσικός, ακόμα περισσότερους ερμηνευτές. Ποιες συνεργασίες σας άφησαν το σημαντικότερο σημάδι;

Θα μπορούσα να πω πολλές γιατί όλοι με σημάδεψαν άλλα θα πω τρία τέσσερα ονόματα, Χατζιδάκις, Πάριος Καζαντζίδης, Στράτος και ο πατέρας μου Θόδωρος.

Παρουσιάζετε στις Ρίζες ένα πρόγραμμα που ονομάσατε “Ποτ πουρί”. Τι θα περιλαμβάνει;

Θα παρουσιάσω πέρα από τη δική μου συνθετική δισκογραφική πραγματικότητα, αγκαζέ με αυτήν, ένα τεράστιο μουσικό πλούτο που ξεκινά από το ρεμπέτικο, διεισδύει στο Μάνο Χατζιδάκι και σε κάποιες στιγμές ανθίζουν στον ήχο του μπουζουκιού οι μελωδίες του Brahms.

Όλο και λιγότερο ακούγεται το μπουζούκι στα σύγχρονα τραγούδια. Γιατί πιστεύετε ότι απουσιάζει;

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, από την μεγαλομανία μας να εγκαταλείψουμε την ταβέρνα, την παρέα και το κρασάκι στο βωμό ενός μουσικού εξευρωπαϊσμού, μπήκαμε σε μια λανθασμένη διαδικασία ως κοινωνία αλλά και ως καλλιτεχνική μουσική κοινότητα και αποτινάξαμε τα λαϊκά μας παραδοσιακά όργανα σταδιακά από τη δισκογραφία. Ήταν αναπόφευκτο και το μπουζούκι να είναι θύμα αυτής της στρεβλής επιλογής.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο