Πώς μπορεί να πετύχει η Ελλάδα ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης; Σίγουρα όχι αυξάνοντας τον πήχη στα πρωτογενή πλεονάσματα. Γιατί έτσι, το μόνο που καταφέρνει είναι να πετυχαίνει τους στόχους στα χαρτιά, αλλά να κρατά την οικονομία στάσιμη. Την πολιτική αυτή υιοθέτησε και εφάρμοσε πιστά η προηγούμενη κυβέρνηση. Οχι από άποψη, αλλά από αγκύλωση.

Τι έκανε: «Πετύχαινε» υπερπλεονάσματα, μειώνοντας δαπάνες, τη στιγμή που η χώρα τις είχε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, επειδή δεν μπορούσε ή δεν τολμούσε, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Και δεν χρειάζεται να το γράψει ο Economist ή να το πει ο Ντράγκι ή να το διαρρεύσει κάποιος ανώνυμος «κοινοτικός αξιωματούχος», για να το καταλάβει κανείς. Αρκεί να παρακολουθούσε προσεκτικά το μοντέλο διαχείρισης του τρόπου με τον οποίο οδηγούνταν η χώρα εκτός Μνημονίων, για να αντιληφθεί τη στρέβλωση.

Το αποτέλεσμα είναι η ελληνική οικονομία σήμερα, ύστερα από δέκα χρόνια κρίσης, να «τρέχει» με έναν ρυθμό ανάπτυξης που παραπέμπει σε ένα από τα τρίμηνα του 2007, ενώ, κανονικά, μετά απ΄ ό,τι μεσολάβησε θα έπρεπε να θυμίζει ολίγον από… Ινδία. Γιατί, ήταν τέτοια η πίεση στο «ελατήριο» από το 2008 και μετά, που τώρα θα έπρεπε να μας είχε εκτοξεύσει ως χώρα πάνω από το 3% και το 3,5%. Αντ’ αυτού, ο δείκτης μετά βίας κινείται στο 1% με 1,5%. Τι φταίει λοιπόν; Κι ερχόμαστε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Φταίει το γεγονός ότι οι προηγούμενοι διαχειρίστηκαν την έξοδο από την κρίση λογιστικά. Κι αν οι τωρινοί συνεχίσουν να κάνουν το ίδιο, σύντομα θα αντιληφθούν ότι «δεν πάμε μπροστά», αλλά «κάνουμε, απλώς, κύκλους». Η χώρα χρειάζεται επειγόντως δημοσιονομικό κενό για να αναπνεύσει. Μόνο που με αυτά τα πλεονάσματα το μόνο που θα καταφέρει είναι να πάθει, αργά ή γρήγορα, ασφυξία.

Για να πεισθούν, λοιπόν, οι θεσμοί ή οι δανειστές, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τους, να χαλαρώσουν αυτή τη θηλειά, θα πρέπει η σημερινή κυβέρνηση να τους πείσει ότι μπορεί να τα καταφέρει. Και πώς θα το πετύχει; Κάνοντας μεταρρυθμίσεις. Ας καθίσουν, λοιπόν, γύρω από ένα τραπέζι, ας τις συμφωνήσουν κι ας τις κάνουν. Αλλιώς, δεν υπάρχει προοπτική. Η διαχείριση του προβλήματος, όπως γίνονταν, ήταν απλώς συντήρηση, που μοιραία θα οδηγούσε – και πάλι – σε αδιέξοδο. Είναι ευκαιρία, γι’ αυτήν την κυβέρνηση να… πρωτοτυπήσει και να παράξει πολιτική! Αν χρειασθεί, ακόμα και μέσω συγκρούσεων.

Γράψτε το σχόλιο σας