Όσο θα προχωρεί η νέα πολιτική περίοδος που ξεκίνησε με τις εκλογικές αναμετρήσεις του Μαΐου και του Ιουλίου, θα εξελίσσονται μπροστά μας και τα επεισόδια του νέου πολιτικού θεάτρου.

Ο βασικός κορμός του σεναρίου αναγκαστικά θα καθορίζεται από τις δύο βασικές πολιτικές δυνάμεις.

Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη ως αυτοδύναμη κυβέρνηση θα επιχειρεί να κυριαρχήσει στον χώρο της Κεντροδεξιάς, είτε με υπαινικτικές, είτε κάποια στιγμή και με προφανείς και σαφείς κινήσεις με τις οποίες το κόμμα θα αναζητήσει μία νέα πολιτική ταυτότητα. Θα το κάνει αυτό κυβερνώντας και επιχειρώντας να πείσει στην πράξη για τα όσα επιδιώκει ο αρχηγός του κόμματος και η νέα ομάδα που τον περιβάλλει – η οποία δεν έχει και τόσο ακροδεξιά χαρακτηριστικά όσο της καταμαρτυρεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Στην διαδικασία αυτή, είτε μοιραία και αναγκαστικά είτε με άλλες διαδικασίες, θα επιχειρηθεί και η απορρόφηση των κομμάτων και των προσώπων του ευρύτερου χώρου. Ειδικώς δε στην περίπτωση κατά την οποία ολοκληρωθεί και η διαδικασία αλλαγής του εκλογικού νόμου, κομματίδια στο όριο του 3% δεν θα ευνοούνται από τις συνθήκες για την εκλογή τους στην Βουλή και τα διλήμματα θα είναι πιεστικά για όσους θα ονειρεύονται μία βουλευτική έδρα…

Την ίδια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα θα κάνει τα δικά του πειράματα. Βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, έχουν στην βιτρίνα κάποιες ταμπέλες («πασοκοποίηση», «ηγεμονία στην Κεντροαριστερά», αναζήτηση της νέας αριστερής ταυτότητας κλπ.), αλλά στον πυρήνα τους έχουν μία βασική επιδίωξη. Την προσωπική κατίσχυση του Αλέξη Τσίπρα και της ομάδας των πολιτικών του φίλων.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας και όσο οι συζητήσεις θα θυμίζουν ολοένα και περισσότερο τις παραδοσιακές αριστερές διαμάχες για πρόσωπα, διαδικασίες, θεωρίες, το φύλο των αγγέλων ή οτιδήποτε άλλο, οι (όσοι) ενδιαφερόμενοι θα παρακολουθούν ένα θέαμα που θα μοιάζει με απόπειρα πολιτικής ψυχοθεραπείας. Θα λείπουν ωστόσο δύο βασικές προϋποθέσεις: η διάθεση αναγνώρισης του προβλήματος και η ειλικρίνεια.

Δεν θα είναι κάτι πρωτόγνωρο. Αυτό συνέβαινε παραδοσιακά στην Αριστερά, αυτό του χούι κληρονόμησε από την Αριστερά και το ΠαΣοΚ, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως πρότυπο για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Κατόρθωναν πάντοτε αυτοί οι πολιτικοί χώροι να πείσουν ότι τα εσωκομματικά τους ζητήματα και προβλήματα είναι την ίδια στιγμή και προβλήματα κοινωνικά ή εθνικά. (Εξ ου και η 3η Σεπτεμβρίου, σε μία κλασική ιστορική λαθροχειρία, έχει φτάσει να θεωρείται κάτι σαν εθνική επέτειος. Αν το εξετάσει κάποιος ψύχραιμα καταλήγει σε λογικά αδιέξοδα).

Πόσο απασχολεί σήμερα την Ελλάδα η ψυχαναλυτικού τύπου αναζήτηση ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ; Πόσο μπορεί να συνεχίζεται μία συζήτηση απουσία κάθε στοιχείου λογικής και με όρους γυμνασιακής αντιδραστικότητας; Πόσο θα έχει ακόμη πέραση η κάθε εμμονική απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ να διαστρέψει, να διαστρεβλώσει, να κατηγορήσει άλλους για τα δικά του παραπτώματα και σφάλματα;  Εν τέλει, για την ζημιά που έχει κάνει.

Είναι κάτι που θα κρίνουν οι πολίτες, είτε επιδεικνύοντας ενδιαφέρον και ενθουσιασμό, είτε αδιαφορία και περιφρόνηση.

Έως ότου όμως η κρίση αυτή διαμορφωθεί και εκδηλωθεί, οι πρωταγωνιστές του θεάτρου οφείλουν επιτέλους να σεβαστούν κάποια πράγματα. Την αλήθεια, την δεκαετή ταλαιπωρία των Ελλήνων, την νοημοσύνη τους και εν τέλει το ιστορικό τους χρέος.

Αυτό δεν ορίζεται ούτε στο όνομα της Αριστεράς, ούτε της Δεξιάς, ούτε του παρελθόντος, ούτε των προσωπικών ζητημάτων και εκκρεμοτήτων του καθενός.

Ορίζεται από την κρισιμότητα της τρέχουσας περιόδου και το χρέος όλων να οδηγήσουν επιτέλους την χώρα με τρόπο αντίστοιχο των απαιτήσεων της εποχής.

Γράψτε το σχόλιο σας