Καλοκαίρι του 1969. Ακριβώς πενήντα χρόνια πίσω. Ο Νιλ Αρμστρονγκ είχε κάνει ήδη εκείνο το «μικρό βήμα για τον άνθρωπο, μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα».

Αλλά ακόμη περισσότερο είχε ανοίξει η «περπατησιά» της φαντασίας μας. Που την τροφοδοτούσαν τα έντυπα της εποχής με τα δημοσιεύματα για το «διαστημικό σπίτι του μέλλοντος» όπου τα πάντα θα γίνονταν με το πάτημα ενός κουμπιού, θα κυκλοφορούσαμε με ολόσωμες φόρμες από PVC και θα πεταγόμαστε για τσιγάρα στο Διάστημα όταν το περίπτερο της γειτονιάς θα ήταν κλειστό.

Πότε θα γίνονταν όλα αυτά; Το πολύ μέχρι το 2001 αφού ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ είχε κιόλας γυρίσει την εμβληματική ταινία «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος». Κι εμείς τα πιτσιρίκια, παρακολουθώντας με το στόμα ανοιχτό σαν χάνοι, στην ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση, το «Χαμένοι στο Διάστημα» πιστεύαμε, έστω και ασυνείδητα, ότι θα ήμασταν η πρώτη διαπλανητική γενιά.

Καλοκαίρι του 2019. Σχεδόν τίποτε απ’ όσα φανταζόμασταν τότε δεν έχει γίνει πραγματικότητα. Οι πόρτες των σπιτιών μας εξακολουθούν να ανοίγουν με πόμολα και όχι με το άκουσμα της φωνής μας κα, οπωσδήποτε, δεν πηγαίνουμε μονοήμερη στη Σελήνη. Ωστόσο έχει συμβεί αυτό ακριβώς που έχει γράψει ο Λαμπεντούζα στον «Γατόπαρδο».

Οτι, δηλαδή, για να αλλάξουν τα πάντα, πρέπει όλα να μείνουν ίδια. Και μία (από τις πολλές) απόδειξη, η ιστορία της Σάμερ Γουόρντεν και της Ανι Μακλέιν. Μια τυπική ερωτική ιστορία με τα πάθη, τις ζήλειες και τις εξάρσεις της. Μια «παρακολούθηση» με ερωτικά κίνητρα. Που καταγράφεται ως η «πρώτη – πιθανολογούμενη – παρανομία που τελέσθηκε στο Διάστημα».

Μόνο που, αν την ακούγαμε πριν από πενήντα χρόνια, περισσότερη εντύπωση θα έκανε το ότι δύο παντρεμένες, μεταξύ τους, γυναίκες δεν αποτελεί είδηση, όπως επίσης αυτό το «χάκαραν τον λογαριασμό» που θα προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι, στο καλό, σημαίνει.

Η ζωή, λοιπόν, αλλάζει χωρίς να λογαριάζει τη δική μας φαντασία. Πόσο γοητευτικό όμως θα ήταν το μέλλον αν θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε εκ των προτέρων;