Έμεινε στην Ιστορία για την σκληρότητά του, τη λατρεία του για το ωραίο φύλο, καθώς και για τα παράξενα «χόμπι» που είχε.

Δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, ο Δομιτιανός ανήλθε στο ύπατο αξίωμα της αρχαίας Ρώμης σε ηλικία 41 ετών (το 51 μ.Χ.), μετά τον θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του, Τίτου. Όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε μείνει στο περιθώριο, φροντίζοντας να βρίσκεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ μετά άρχισε να προσπαθεί αγωνιωδώς να  ξεπεράσει σε λαμπρότητα τον πατέρα και τον αδερφό του.

Οι ιστορικοί τον έχουν χαρακτηρίσει «τρελό και ανισόρροπο». Επέμεενε να αντιμετωπίζεται ως «δάσκαλος και θεός». Ωστόσο έπασχε από σύνδρομο κατωτερότητας και προτιμούσε να μένει μόνος. Τον διακατείχε μόνιμη δυσπιστία για τους πάντες και έπλαθε διαρκώς με το μυαλό του σενάρια συνωμοσιών εναντίον του.

Είναι ενδεικτικό ότι διέταξε να φτιάξουν τους κίονες των ανακτόρων από λευκό μάρμαρο που προκαλεί αντανακλάσεις, προκειμένου να μπορεί ανά πάσα στιγμή να βλέπει τι συμβαίνει πίσω από την πλάτη του.

 

 

Όπως και ο Καλιγούλας, ο Δομιτιανός είχε ιδιαίτερο πρόβλημα με την… φαλάκρα του και για τον λόγο αυτό ήθελε στις προτομές να τον απεικονίζουν μες πλούσιες μπούκλες.

Πασίγνωστος για την σκληρότητά του, λέγεται πως είχε εφεύρει μια δική του μέθοδο βασανισμού: Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων των θυμάτων του.

Ήταν αδίστακτος. Για παράδειγμα, προσκαλούσε έναν υφιστάμενό του -με τον οποίο ήταν δυσαρεστημένος- σε δείπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου τον έπαυε από τα καθήκοντά του με ωραίο και πολιτισμένο τρόπο.

Ο υφιστάμενος επέστρεφε σπίτι του ήσυχος, ενώ το επόμενο πρωί στρατιώτες του χτυπούσαν βίαια την πόρτα, τον συλλάμβαναν και τον οδηγούσαν σε εκτέλεση κατ’ εντολή του Δομητιανού.

Ο αυτοκράτωρ ευχαριστιόταν επίσης να καλεί συγκλητικούς σε γεύματα στα οποία τα πάντα (σερβίτσια, ανάκλιντρα, κ.ο.κ.) ήταν μαύρα. Ο ίδιος έτρωγε κι έπινε απολαμβάνοντας να διακρίνει στα μάτια των καλεσμένων του τον τρόμο τους, για το τι τους περίμενε.

 

 

Όπως και ο πατέρας του, ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός, αρεσκόταν να καταδιώκει ιδιαίτερα τους Εβραίους και τους Στωικούς φιλοσόφους. Είχε διατάξει να βρουν και να σκοτώσουν όλους τους Εβραίους οι οποίοι υποστήριζαν ότι έλκυαν την καταγωγή τους από τον Βασιλιά Δαβίδ, φοβούμενος ότι θα χάσει μια μέρα την εξουσία από κάποιον από αυτούς.

Πέρα από όλα αυτά, Δομιτιανός ήταν ένας εργατικός αυτοκράτορας που έδινε ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε τμήμα της διοίκησής του. Ήταν επίσης ενθουσιώδης προστάτης των τεχνών και ολοκλήρωσε την κατασκευή του Κολοσσαίου και αρκετών ναών, ενώ έχτισε και το παλάτι της Ρώμης.

Στο Κολοσσαίο διοργάνωνε δαπανηρά δημόσια θεάματα με αγαπημένο του τις μονομαχίες μεταξύ γυναικών και νάνων. Μια άλλη αγαπημένη του ασχολία ήταν η εξής: Κλεινόταν στο δωμάτιό του και… κυνηγούσε μύγες. Όταν τις έπιανε τις ξεκοίλιαζε μεένα μολύβι και έκοβε τα φτερά τους…

Σε ορισμένα ζητήματα, παραδόξως, ήταν ηθικός (με τα σημερινά δεδομένα). Π.χ., όταν το 83 μ.Χ. ο στρατός του νίκησε σε μια μάχη απαγόρευσε τον ευνουχισμό των αγοριών του εχθρού, ενώ επανέφερε έναν -μη δημοφιλή νόμο- που απαγόρευε την ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή με ανήλικα ορφανά αγόρια.

 

 

Λάτρης του ωραίου φύλου, το 70 μ.Χ. έκλεψε τη μετέπειτα γυναίκα του Δομίτια Λονγκίνα από τον σύζυγό της. Παράλληλα με αυτήν διατηρούσε πλήθος ερωμένων, ενώ όταν έμαθε ότι τον απάτησε με τον ηθοποιό Πάρι, το 83 μ.Χ., την χώρισε και διέταξε να εκτελέσουν τον Πάρι.

Την επόμενη χρονιά άρχισε να ενδιαφέρεται ερωτικά για την ανιψιά του, Ιουλία Φλαβία. Για να την αποκτήσει διέταξε επίσης να εκτελέσουν τον σύζυγό της και στη συνέχεια την έφερε στο παλάτι ως ερωμένη του. Όμως ο έρωτάς του για την μοιχαλίδα σύζυγό του παρέμενε άσβεστος. Έτσι λοιπόν, δέχθηκε ξανά την Δομίτια Λονγκίνα στα αυτοκρατορικά δώματα.

Μάλιστα, η Ιουλία Φλαβία πέθανε το 91 μ.Χ. όταν ο Δομιτιανός την χτύπησε προσπαθώντας να προκαλέσει αποβολή του παιδιού στο οποίο ήταν έγκυος.

Οι αριστοκράτες της Ρώμης τον μισούσαν για την υπεροπτική στάση του. Εμφανιζόταν στη Σύγκλητο με αμφίεση θριαμβευτή στρατηγού και επέμενε να τον αποκαλούν «Κύριο και Θεό».

Αφού πρόλαβε να σκοτώσει ανίψια και ανιψιές που θα τον κληρονομούσαν, είχε την τύχη των περισσότερων Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Δολοφονήθηκε ύστερα από συνωμοσία ανωτάτων δικαστικών στις 18 Σεπτεμβρίου του 96 μ.Χ.