Από μικρό παιδί το θέατρο ήταν το δεύτερο σπίτι της. Ήταν πριν από 26 χρόνια όταν οι γονείς της αποφάσισαν να ιδρύσουν το Θέατρο Φούρνος και κάπως έτσι η Ελεάννα Σαντοριναίου μεγάλωσε μέσα σε έναν πυρετό προβών και παραστάσεων. Προτού ακόμα κλείσει τα 20 έδωσε το πρώτο της σκηνοθετικό στίγμα με την παιδική παράσταση «Μήλα, ζάχαρη, κανέλα» με απόλυτη επιτυχία αν αναλογιστεί κανείς ότι η παράσταση παίζεται ακόμα, για 11η χρονιά. Το 2012 η Ελεάννα έφυγε για να σπουδάσει θέατρο και κινηματογράφο στο Λονδίνο. Από τότε μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα.

Φέτος η Ελεάννα Σαντοριναίου αναμετράται σκηνοθετικά για πρώτη φορά με ένα έργο που απευθύνεται σε ενήλικο κοινό. «Η Υπόσχεση – Καημένε μου Μάρικ» του Αλεξέι Αρμπούζοφ, ένα από τα εμβληματικά κείμενα της μεταπολεμικής δραματουργίας, παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Φούρνος με πρωταγωνιστές τρεις νέους, αλλά εξαιρετικά ταλαντούχους ηθοποιούς: τον Παναγιώτη Γαβρελά, την Κόνυ Ζήκου και τον Ερρίκο Μηλιάρη.

Τρεις έφηβοι, η Λίκα, ο Λεονίντικ και ο Μάρικ γνωρίζονται μέσα σ’ ένα διαμέρισμα μίας πολιορκημένης πόλης, έξω από την οποία μαίνεται ο πόλεμος. Μαζί προσπαθούν να επιβιώσουν, να ερωτευτούν και να ονειρευτούν πώς θα είναι το μέλλον τους. Όταν τελειώσει ο πόλεμος και τα παιδιά ενηλικιώνονται, καλούνται να διαχειριστούν τα όνειρα που έκαναν, τις υποσχέσεις που έδωσαν ο ένας στον άλλον καθώς και τις σχέσεις που δημιούργησαν.

Η Ελεάννα Σαντοριναίου μίλησε στο in.gr για τα μηνύματα που περνάει το έργο, τον τρόπο που ακουμπά στο τώρα, τη δική της γενιά και την Ελλάδα του σήμερα.

Τι είναι αυτό για το οποίο θα λέγατε ότι μιλάει κυρίαρχα το έργο του Αρμπούζοφ;

Είναι δύσκολο να πω ότι μιλάει αμιγώς για ένα θέμα. Είναι ένα έργο που έχει πολλά να πει. Θα έλεγα όμως ότι όλα τα ζητήματα που θίγονται περνούν  μέσα από το πρίσμα των σχέσεων μεταξύ των ηρώων. Συνεπώς είναι ένα έργο που κυρίαρχα μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για την ανάγκη να δημιουργούμε σχέσεις μεταξύ μας, φιλικές, ερωτικές, οικογενειακές και το πώς αυτές μας διαμορφώνουν, μας εξελίσσουν και τελικά γίνονται πυξίδα για τη συνολική πορεία μας. Επίσης τονίζει και πώς η αδυναμία επικοινωνίας μπορεί να αποβεί μοιραία. Πιο συγκεκριμένα, αυτά τα παιδιά, ορφανά πλέον αντέχουν έναν πόλεμο και κάνουν όνειρα για το μέλλον διότι ονειρεύτηκαν μαζί, βρήκαν ο ένας τον άλλον και αυτό τους έδωσε δύναμη. Αργότερα αυτές οι σχέσεις είναι που τους εξελίσσουν και ίσως τους παγιδεύουν σε μία κατάσταση που λόγω αδυναμίας έκφρασης των συναισθημάτων τους δεν μπορούν να διαχειριστούν. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα διαμέρισμα, ενώ έξω διαδραματίζονται σημαντικά γεγονότα.  Τελικά είναι ένα έργο που επικεντρώνεται σε προσωπικές ιστορίες, κάτι που με ενδιαφέρει πολύ σαν σκηνοθέτη, και μέσα από αυτές θέτει ερωτήματα, μεγαλύτερα από αυτή την μικροιστορία και ανάγεται σε κάτι πιο οικουμενικό.

Παρακολουθούμε τους τρεις ήρωες σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές: στην εφηβεία τους, λίγο μετά τα 20 και στα 30 και κάτι. Τι είναι αυτό που αλλάζει στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα;

Το πρώτο πράγμα που αλλάζει είναι η ορμή και η τόλμη που έχουν. Στην εφηβεία τους, παρά το γεγονός ότι ζουν κάτι αποτρόπαιο όπως μία πολιορκία και έναν πόλεμο, τολμούν να ονειρεύονται χωρίς φραγμούς. Πιστεύουν στο αδύνατο και στην δύναμή τους να αλλάξουν τον κόσμο. Έχουν μία φρεσκάδα, ερωτεύονται σφοδρά ενώ πλάι τους γίνεται μια ολέθρια καταστροφή. Έχουν δίψα για ζωή και τη σιγουριά ότι τελικά όλα θα πάνε καλά. Στα 20 τους και έχοντας φύγει από τον πόλεμο, έχουν γίνει πιο ρεαλιστές. Συνεχίζουν να κοιτάνε ψηλά αλλά την ίδια στιγμή έχουν αντίληψη της πραγματικότητας. Έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες του πολέμου.Καταλαβαίνουν ότι τα όνειρα για να γίνουν πράξη πρέπει οι ίδιοι να δουλέψουν σκληρά και ότι οι έρωτες για να συνεχίσουν δεν φτάνει το πάθος. Πρέπει να μάθουν να εκφράζονται και να είναι ειλικρινείς. Στη δεκαετία των 30 πλέον δεν υπάρχει η ορμή και η τόλμη, αλλά η αποδοχή και ο συμβιβασμός. Έχουν γίνει ρεαλιστές και δεν πετάνε στα σύννεφα. Κυρίως η Λίκα και ο Λεονίντικ. Ο Μάρικ προσπαθεί ακόμα σαν έφηβος να κυνηγά τα όνειρα του, αλλά συνειδητοποιεί ότι ίσως η ευτυχία είναι αλλού. Είναι συνεπώς μία δεκαετία που οι ήρωες μας ζουν μέσα σε μία ρουτίνα και έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι είναι ικανοποιημένοι. Το θετικό είναι ότι ακόμα υπάρχει μία μικρή σπίθα δύναμης που τρεμοσβήνει μέσα τους που τελικά γίνεται πάλι δυνατή φλόγα.

Ωστόσο θα λέγαμε ότι συμβιβάζονται…

Φυσικά. Στην τρίτη περίοδο βλέπουμε τρεις ανθρώπους συμβιβασμένους, οι οποίοι έχουν αποδεχτεί ότι η ζωή είναι κάτι πιο σκληρό από αυτό που πιστεύαν. Κυρίως έχουν συμβιβαστεί με το γεγονός ότι τελικά δεν είναι αυτοί που θα αλλάξουν τον κόσμο. Δεν έγιναν επιστήμονες που θα αφανίσουν την αρρώστια, ούτε κατάφεραν να συγκινήσουν τα πλήθη ή να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα– όπως πίστευαν κάποτε. Το ευτυχές είναι ότι καταφέρνουν να δουν σύντομα ότι ποτέ δεν είναι αργά και πάντα μπορείς να βρεις τη δύναμη να αλλάξεις εάν όχι όλον τον κόσμο, τουλάχιστον τον εαυτό σου και τους γύρω σου.

Στο τέλος του έργου ο Λεονίντικ κάνει μία πρόποση λέγοντας: «Να μην προδώσουμε ποτέ εκείνη την άνοιξη». Υπάρχουν πράγματα που πρόδωσε η σημερινή γενιά των 30άρηδων και των 40άρηδων;

Ίσως δεν έχουν προλάβει να κάνουν δικά τους όνειρα. Οι γονείς τους, η πολιτεία, οι διαφημίσεις τούς προβάλανε μια εικόνα η οποία κατέρρευσε . Οι σημερινοί 30άρηδες και 40άρηδες ζήσαν τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια μέσα σε μία ευμάρεια και όνειρα ότι θα πετύχουν πολλά, ότι θα σπουδάσουν και θα διαπρέψουν. Ότι θα φτιάξουν μία καλύτερη χώρα. Αυτό σίγουρα έχει αναδιαμορφωθεί γιατί πρακτικά οι συνθήκες άλλαξαν, οι ανάγκες και οι δυνατότητες είναι ίσως περιοριστικές. Πολλοί πάνε σε άλλες χώρες όπου μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες τους. Δεν ξέρω τελικά εάν αυτό είναι προδοσία ή απλά ένας επαναπροσδιορισμός με τις σημερινές συνθήκες. Αυτό που εγώ προσπαθώ να κάνω είναι να μην ξεχνάω τα όνειρά μου ούτε και την Ελλάδα και παρά το γεγονός ότι κι εγώ μένω έξω πάντα έχω πολλές συνεργασίες και στην Ελλάδα.

Από το 2012 ζείτε το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου στο Λονδίνο, όπου και εργάζεστε. Πώς πήρατε αυτή την απόφαση και πώς είναι να ζεις και να δουλεύεις μακριά από την πατρίδα σου;

Μετά από τις σπουδές μου στην Ελλάδα (σπούδασα στο Μ.Ι.Θ.Ε. Φιλοσοφία των Επιστημών στο Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών) πήγα στο Λονδίνο για σπουδές πάνω στον Κινηματογράφο. Με μάγεψε η κλίμακα, ο κόσμος που προερχόταν από κάθε γωνιά του πλανήτη και η βιομηχανία του Κινηματογράφου και του Θεάτρου και έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω κι εγώ τις δυνάμεις μου σε μία δυσκολότερη πίστα. Η ζωή στο Λονδίνο θα έλεγα ότι είναι πολύ γεμάτη. Έχει βεβαίως τις δυσκολίες της εφόσον είναι μία ακριβή πόλη και ο ανταγωνισμός είναι σκληρός, αλλά ταυτόχρονα έχει πολλές ευκαιρίες για όποιον έχει την όρεξη να δουλέψει σκληρά. Επίσης είναι μία πόλη που έχει μια πλούσια καλλιτεχνική ζωή πολλές εκθέσεις, εξαιρετικό θέατρο και δρώμενα που είναι πηγή έμπνευσης. Η δουλειά στο Λονδίνο είναι σκληρή και πολλή, αλλά βεβαίως σε ανταμείβει και οικονομικά και πνευματικά. Εάν και ζω και εργάζομαι στο Λονδίνο πάντα γυρνάω στην Ελλάδα και θέλω να κάνω έργα.

Τι αγαπάτε και τι σας ενοχλεί στην Ελλάδα σήμερα;

Αγαπώ ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι πολύ ζεστοί, περιποιητικοί και δοτικοί συναισθηματικά. Είναι πολύ καλοί φίλοι και κάνουν πράγματα όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί τα νιώθουν. Είναι αποτελεσματικοί και πολυμήχανοι στη δουλειά τους όταν θέλουν. Αγαπώ τον καιρό και τον ήλιο, την θάλασσα, το καλοκαίρι και το γεγονός ότι χωρίς να το σχεδιάσεις μπορεί να συμβούν εκδρομές ή πάρτυ και όμορφες αναμνήσεις. Με ενοχλεί ότι πολλές φορές ο κόσμος σκέφτεται ατομικά και μόνο. Ότι τα deadlines δεν έχουν πάντα την βαρύτητα που θα έπρεπε. Και κυρίως, ότι ενώ έχουμε πολύ ικανούς νέους ανθρώπους, αυτοί αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό για να επιβιώσουν. Αυτό με ενοχλεί περισσότερο από όλα.

Υπάρχει κάποια «υπόσχεση» που θέλετε να δώσετε στον εαυτό σας;

Να μην σταματήσω να εξελίσσομαι και να μην βολευτώ ποτέ.