Η ετήσια ημερίδα του Συνδέσμου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ) για την Διεθνή Ημέρα Τρανς Μνήμης δεν είναι ποτέ μια ευχάριστη εκδήλωση, όχι μόνο γιατί μνημονεύει θύματα βίας αλλά γιατί σε αυτήν παρουσιάζονται θέματα της καθημερινότητας των τρανς συμπολιτών μας τα οποία είναι, με μια λέξη, αποκαρδιωτικά.

Με τα τρανς θύματα βίας να έχουν φτάσει ήδη φέτος τα 369 (ο αριθμός κάθε χρόνο αυξάνεται) και υπό τη βαριά σκιά του πένθους και της οργής για τον χαμό του Ζακ Κωστόπουλου, η φετινή ημερίδα του ΣΥΔ ήταν πιο γεμάτη από ποτέ, με πρόσωπα κουρασμένα που απαιτούσαν απαντήσεις.

Τα προβλήματα των διεμφυλικών συμπολιτών μας βρίσκονται σπάνια στον δημόσιο διάλογο. Συχνά, ακόμη κι αυτοί που έχουν ενσυναίσθηση κι ευαισθησία σε θέματα δικαιωμάτων δεν ξέρουν πώς ακριβώς να μιλήσουν γι’ αυτά, πώς να προσεγγίσουν τα ζητήματα και πώς να υπερβούν τις προκαταλήψεις. Ακόμη και τις μέρες που συζητήθηκε το θέμα του νόμου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, ελάχιστα μέσα έκαναν τον κόπο να είναι ακριβείς στις πληροφορίες που μεταδίδουν, ανεξαρτήτως της θέσης που ήθελαν να πάρουν απέναντι σε αυτά.

Αυτό μάλιστα συνέβη παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΔ είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα σωματεία στον χώρο των δικαιωμάτων, με θεσμική παρουσία, επαφές και συζητήσεις με όλα τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, με την πολιτεία, μετέχει πάντοτε ως κοινωνικός φορέας σε συζητήσεις και επεξεργασία κάθε νομοσχεδίου που μπορεί να αφορά μέλη της κοινότητας, συνεπικουρεί στο προσφυγικό με την υποστήριξη διεμφυλικών προσφύγων ενώ η πρόεδρος του, Μαρίνα Γαλανού, είναι εμπειρογνώμονας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Όλα αυτά δεν θα έπρεπε να έχουν πολλή σημασία για το αν θα σκύψει η πολιτεία και τα κόμματα και η κοινή γνώμη στα προβλήματα των συνανθρώπων μας, αλλά είναι ενδεικτικά των σοβαρών προσπαθειών που γίνονται και της συνεργασίας με τους θεσμούς της πολιτείας και την κοινωνία των πολιτών, κόντρα σε διάφορες αντιδραστικές παραφιλολογίες περί δήθεν τάχα μου «αυτοπεριθωριοποίησης» και επιθετικότητας.

Πολλά ακόμη τα προβλήματα

Ένα χρόνο, περίπου, μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, η πορεία εφαρμογής του νόμου αποδεικνύει τις αρχικές ενστάσεις που είχε διατυπώσει γι’ αυτόν η τρανς κοινότητα – παρότι, προφανώς και δικαίως, ο νόμος χαιρετίστηκε αφού ακολούθησε τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και απάλλαξε από τις εξευτελιστικές ιατρικές γνωματεύσεις, την υποχρέωση ακρωτηριασμού και τη δημόσια εκδίκαση της υπόθεσης.

Για να το πούμε απλά, για να αλλάξει ένας τρανς συμπολίτης μας την ταυτότητα του ώστε να αντιστοιχεί στην ταυτότητα φύλου του πρέπει να καταβάλλει τουλάχιστον 420 ευρώ για τα παράβολα. Στο ποσό αυτό προστίθεται η αμοιβή του δικηγόρου. Η διαδικασία είναι δικαστική άρα μπορεί να καθυστερήσει ως και ένα έτος. Έχει παρατηρηθεί επίσης χαλαρή εφαρμογή ή και άγνοια της απαίτησης για τήρηση ιδιωτικότητας στη διαδικασία.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το ελάχιστο απαραίτητο, το αυτονόητο, δικαίωμα, η αντιστοίχιση των νόμιμων εγγράφων του ατόμου με τα χαρακτηριστικά φύλου του, γίνεται μια υπόθεση ταξική, ένα δικαίωμα για όσους μπορούν να το πληρώσουν. Σε αυτό οφείλει κάποιος να υπολογίσει ότι η ταυτότητα είναι απαραίτητη για την εύρεση εργασίας και ότι η μη αντιστοιχία των χαρακτηριστικών φύλου με τα στοιχεία του προσώπου το καθιστά αυτομάτως πιο ευάλωτο στις διακρίσεις.

Τρανς κι εργασία

Οι διακρίσεις στον χώρο εργασίας δεν είναι ένα θεωρητικό ζήτημα για τους τρανς συμπολίτες μας. Όπως καταδεικνύουν έρευνες οι τρανς άνθρωποι είναι οι πρώτοι, κατ’ αναλογία, ομάδα πληθυσμού που υφίσταται στις διακρίσεις ξεπερνώντας στην αρνητική κατάταξη ομάδες που διαχρονικά αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα όπως, π.χ. Ρομά, αλλοδαποί, άνθρωποι με αναπηρία. Ενώ όμως για πολλές από τις ομάδες που υφίστανται διακρίσεις στην εργασία έχουν ληφθεί, κατά καιρούς, μέτρα «θετικών διακρίσεων», όπως, για παράδειγμα, επιδοτούμενα προγράμματα εργασίας, ποσοστώσεις κλπ, δεν έχει υπάρξει καμία τέτοια συζήτηση και πρόνοια για τους τρανς που αδυνατούν να βρουν δουλειά ακόμη κι αν διαθέτουν όλα τα τυπικά προσόντα, ακόμη και σε θέσεις ανειδίκευτων εργατών.

Άμεση συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι, εκτός από την ανέχεια, και το γεγονός ότι πολλοί τρανς συνάνθρωποι μας βρίσκονται εκτός ασφαλιστικού συστήματος. Μιλάμε λοιπόν για μια ολόκληρη ομάδα παραγωγικών συμπολιτών μας, οι οποίοι επιθυμούν, όπως όλοι μας, να εργάζονται, να ασφαλίζονται, να φορολογούνται, να έχουν δηλαδή όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που οφείλει η πολιτεία να εξασφαλίζει και να επιβάλλει σε όλους μας, και αυτό τους στερείται μόνο και μόνο επειδή είναι τρανς!

Οι διακρίσεις και η έλλειψη πλέγματος υποστήριξης ωθεί ουκ ολίγους συμπολίτες μας στην εργασία στο σεξ. Εκεί, η πρακτική αποτυχία του υπάρχοντος νομικού πλαισίου (όπως, για παράδειγμα, οι πρακτικά ανεφάρμοστες προυποθέσεις νομιμότητας των οίκων ανοχής) έχει ανοίξει συζητήσεις για την ανάγκη αλλαγής του, η οποία αναγνωρίζεται από εκπροσώπους όλου του δημοκρατικού τόξου. Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών όμως κατατίθενται και πραγματικά προβληματικές, ως και επικίνδυνες προτάσεις, όπως αυτή της Γενικής Γραμματείας Ισότητας που προτείνει «απαγόρευση της πορνείας», στιγματίζοντας την εργασία στο σεξ. Η απαγόρευση, ένα θέμα που έχει συζητηθεί πολλάκις σε ευρωπαικό επίπεδο, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερους κινδύνους και τους εργαζόμενους στο σεξ και τους πελάτες και όλη την κοινωνία, ενώ είναι και βούτυρο στο ψωμί των traffickers που κάνουν χρυσές δουλειές σε συνθήκες έλλειψης κρατικής ρύθμισης και προστασίας της νόμιμης εργασίας.

Τι είπαν τα κόμματα

Όλα αυτά τα θέματα, με πολύ πραγματικές ιστορίες και παραδείγματα, συζητήθηκαν στην χθεσινή ημερίδα του ΣΥΔ και σε αυτά κλήθηκαν να δώσουν απαντήσεις και οι εκπρόσωποι των κομμάτων που συμμετείχαν, που κάθε χρονιά, δυστυχώς, είναι και λιγότερα, αφού τα κόμματα που εκφέρουν επιθετικό λόγο προς την τρανς κοινότητα ή δεν επιθυμούν να συζητούν μαζί της απουσιάζουν.

Ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, ο βουλευτής Γιώργος Πάλλης, του Κινήματος Αλλαγής, Θόδωρος Μαργαρίτης, και του Ποταμιού, Γιάννα Παναγοπούλου, στάθηκαν, ως συνήθως, πολύ θετικά στα αιτήματα της κοινότητας. Ο εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Κώστας Καραγκούνης, υπεραμύνθηκε της πρότασης του κόμματος του για την ταυτότητα φύλου, δηλαδή, μιας δικαστικής διαδικασίας που επιπροσθέτως θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά και ψυχιατρική γνωμάτευση, κάνοντας αναφορά σε απόφαση του ΕΔΔΑ του 2017, στην υπόθεση A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας.

Στην απόφαση αυτή, το Ευρωπαικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, ένα χρόνο αργότερα από τα ελληνικά δικαστήρια, ότι η υποχρέωση χειρουργικής επέμβασης για την αλλαγή ταυτότητας φύλου συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ αλλά πως η υποχρέωση προσκόμισης ιατρικής γνωμάτευσης για την ύπαρξη διαταραχής φύλου δεν είναι απαραίτητη αλλά δεν συνιστά και αντίστοιχη παραβίαση.

Όπως σχολιάστηκε και στην χθεσινή συζήτηση, η Νέα Δημοκρατία με την πρόταση της ζητά να επιβάλλει το μη απαιτούμενο παραπέμποντας στην απόφαση αυτή ενώ το Ειρηνοδικείο Αθηνών νομολόγησε εναντίον των υπέρμετρων ιατρικών προυποθέσεων ένα χρόνο πριν, με την απόφαση 1572/2016. Η ελληνική δικαιοσύνη δηλαδή έχει προηγηθεί και άνοιξε το δρόμο στον εκσυγχρονισμό της κείμενης νομοθεσίας καθιστώντας ανεξήγητη την επιμονή της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε ένα τέτοιο πισωγύρισμα.

Θετική ήταν, ωστόσο, η ομοφωνία των συμμετεχόντων στην ανάγκη πρόνοιας για τους τρανς συμπολίτες που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος της δικαστικής διαδικασίας, στη θετική διάθεση για συζήτηση μέτρων για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας (παρά τις αναμενόμενες, ομολογουμένως, διαφωνίες για το αν υπάρχουν περιθώρια για προσλήψεις στο δημόσιο τομέα) και στην ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 5 του Συντάγματος ώστε να ενταχθούν, στο άρθρο που απαγορεύει τις διακρίσεις, τα πεδία του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας και των χαρακτηριστικών φύλου.