Ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου προσπάθησε να δώσει μια εικόνα ότι αυτή τη φορά τα σχολεία ανοίγουν, με τους δασκάλους και τα βιβλία στη θέση τους και ότι αυτό δείχνει ότι τα πράγματα βελτιώνονται. Όμως, στην πραγματικότητα εξωραΐζει την πραγματικότητα.

Ας πάρουμε τις ίδιες τις εξαγγελίες του. Το ίδιο το γεγονός ότι το υπουργείο εξασφάλισε ότι έγιναν έγκαιρα προσλήψεις αναπληρωτών είναι από μόνο του ένδειξη ενός σοβαρού προβλήματος.

Για ποιο λόγο πρέπει δεκαετίες τώρα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκπαιδευτικού κινήματος να καλύπτονται από αναπληρωτές εκπαιδευτικούς; Γιατί πρέπει βασικό στήριγμα του σχολείου να είναι εκπαιδευτικοί που προσλαμβάνονται στην αρχή και απολύονται στο τέλος της σχολικής χρονιάς; Γιατί πρέπει εκπαιδευτικοί αναγκαίοι για την εκπαίδευση κάθε χρόνο να αλλάζουν όχι απλώς σχολείο, αλλά συχνά νομό, περιφερόμενοι ανά την Ελλάδα;

Έχουμε πια φτάσει στο σημείο όπου τοπικοί συνδικαλιστικοί και αυτοδιοικητικοί φορείς αναγκάζονται να ασχοληθούν με το εάν θα υπάρξουν καταλύματα για τους εκπαιδευτικούς, εάν θα βρεθούν δωμάτια ή σπίτια και πώς θα αποφύγουμε τον κίνδυνο να κοιμούνται στα αυτοκίνητά τους.

Την ίδια στιγμή είναι προφανές ότι δεν μιλάμε για «έκτακτες ανάγκες». Οι εκπαιδευτικοί αυτοί καλύπτουν πραγματικά κενά. Κι όμως ακόμη και τώρα οι εξαγγελίες για μόνιμους διορισμούς είναι ουσιαστικά για την επόμενη χρόνια και στο βαθμό που θα υπάρξει το νέο σύστημα διορισμών.

Μάλιστα, οι εκπαιδευτικοί καταγγέλλουν ότι τα πραγματικά κενά θα ήταν ακόμη περισσότερα εάν δεν υπήρχε όλη η προσπάθεια των υπηρεσιών του υπουργείου Παιδείας να κάνουν ό,τι μπορούν ώστε τελικά τα κενά να εμφανίζονται λιγότερα, κυρίως μέσα από συγχωνεύσεις τμημάτων.

Αυτοσχεδιασμοί με τις εξετάσεις και τα αναλυτικά προγράμματα

Την ίδια ώρα μικρά βήματα έγιναν στη διάρκεια των τελευταίων ετών για την αναβάθμιση του μορφωτικού αποτελέσματος του σχολείου. Ενώ η εκπαίδευση αναδεικνύεται παγκοσμίως σε καθοριστική παράμετρο για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και παρότι όλοι συγκλίνουν ότι αυτό έχει να κάνει με την αναβάθμιση της σχολικής εκπαίδευσης, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει απλώς αυξομειώσεις μαθημάτων με κριτήριο την αξιοποίηση των ειδικοτήτων που ήδη υπάρχουν στα σχολεία. Καμιά ουσιαστική συζήτηση για το ποιες γνώσεις και ποιες δεξιότητες χρειαζόμαστε δεν γίνεται πέραν γενικόλογων εξαγγελιών. Καμιά πραγματική κουβέντα για τις μεθόδους διδασκαλίας. Καμιά συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί καλύτερα το σχολείο και πέραν του κανονικού ωραίου ως κέντρο μόρφωσης.

Το αποτέλεσμα είναι σε μια εποχή που τα παιδιά έχουν «πολλούς δασκάλους» και όπου παγκοσμίως το εκπαιδευτικό σύστημα συναντά τον ανταγωνισμό των νέων μέσων και περνά μια ιδιότυπη «κρίση αυθεντίας», στην Ελλάδα να μη γίνεται καμιά σοβαρή συζήτηση για την αναγέννηση του σχολείου.

Ακόμη και αλλαγές που έγιναν και προκάλεσαν μεγάλες συζητήσεις, όπως για παράδειγμα η αντιπαράθεση για την αντικατάσταση των λατινικών από την κοινωνιολογία, δεν εντάχθηκαν σε καμιά ευρύτερη συζήτηση. Απλώς έγινε μια αντικατάσταση με το κριτήριο ότι βγάζουμε ένα μάθημα πιο «παλιομοδίτικο» στα μάτια του υπουργείου και βάζουμε ένα μάθημα που προάγει την «κοινωνική συνείδηση».

Καμιά συζήτηση δεν έγινε για τη θέση στην εκπαίδευση ούτε των ανθρωπιστικών σπουδών, συμπεριλαμβανομένων των κλασικών γραμμάτων, ούτε των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Ακόμη χειρότερα, μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι έχει μια στοιχειωδώς προοδευτική κατεύθυνση κατέληξε να βάζει σε αντιπαράθεση τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις κοινωνικές σπουδές, δύο κλάδους που υποτίθεται ότι έχουν έντονη συνέργεια!

Αντίθετα, και αυτή η κυβέρνηση, στα βήματα και προηγούμενων για να είμαστε δίκαιοι, έκανε άλλη μια μεταρρύθμιση του εξεταστικού συστήματος που στο όνομα του να μην είναι το Λύκειο εξεταστικό κέντρο, καθιστά την Γ΄ Λυκείου ένα έτος αποκλειστικά και μόνο προετοιμασίας για τις εξετάσεις!

Όμως, θα χαρίσουμε στα παιδιά μισή ώρα ύπνο ακόμη!

Και μέσα σε όλα αυτά η κυβέρνηση αποφάσισε ότι το βασικό πρόβλημα των σχολείων είναι ότι ξεκινούν πολύ νωρίς το πρωί και είναι προτιμότερο να αρχίζουν στις 9, σε μια κίνηση που μπορεί να κάνει κατά… μισή ώρα πιο ευτυχισμένους τους μαθητές, αλλά απλώς θα δημιουργήσει αναστάτωση στις οικογένειες, μια που οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν ξεκινούν την εργασία τους στις 10 ή τις 11 πμ αλλά αρκετά νωρίτερα. Ας σημειώσουμε εδώ ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ουδέποτε είχε τεθεί τα τελευταία χρόνια ως ζήτημα ή πρόβλημα από οποιονδήποτε εκπαιδευτικό φορέα.

Ανώτατη εκπαίδευση χωρίς προσανατολισμό

Αντίστοιχη είναι η αντιμετώπιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Εδώ είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αυτή που τελικά χρησιμοποίησε περισσότερο από τις προηγούμενες την πίεση από την οικονομική κρίση για να αλλάξει το χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Χωρίς, όμως, σχέδιο και προοπτική.

Ουσιαστικά, αντί να κάτσει το υπουργείο Παιδείας, σε συνεννόηση με την πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και τους παραγωγικούς φορείς να σχεδιάσει τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας, με όραμα και προοπτική, απλώς έστειλε ένα μήνυμα, κύρια προς τα ΤΕΙ: συγχωνευτείτε ή θα κλείσετε. Το αποτέλεσμα είναι να έρχονται διαρκώς μηνύματα για αλλαγές στο χάρτη των ιδρυμάτων, για συνεργασίες και συγχωνεύσεις χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση.

Η κυβέρνηση υπερηφανεύεται ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι εστίες αναταραχής. Όμως αυτό απλώς αντανακλά κύρια την ανασφάλεια των φοιτητών που επιδιώκουν να τελειώσουν όσο νωρίτερα μπορούν τις σπουδές τους και το γεγονός ότι η κυβέρνηση επέλεξε να αναιρέσει πλευρές του προηγούμενου καθεστώτος που δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στην καθημερινότητα των πανεπιστημιακών (εξελίξεις κ.λπ.). Όμως, ούτε λύση στο πρόβλημα της υποχρηματοδότησης έδωσε, ούτε της υποστελέχωσης.

Σήμερα τα πανεπιστήμια κυρίως στηρίζονται στην εντατική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, με τα οποία μπορούν και καλύπτουν διάφορες πλευρές των αναγκών τους σε προσωπικό, στα δίδακτρα από τα μεταπτυχιακά και την όποια πρωτοβουλία των ίδιων των πανεπιστημιακών.

Παράγουν ένα εξαιρετικά καταρτισμένο ερευνητικό δυναμικό, το οποίο σε μεγάλο βαθμό αναζητά την προοπτική του μετά εκτός Ελλάδας, συντηρώντας το πρόβλημα του brain drain.

Την ίδια ώρα ζητήματα όπως οι ουσιαστικές συνέργειες ανάμεσα στην ανώτατη εκπαίδευση και την οικονομία μένουν εκτός του κεντρικού κυβερνητικού σχεδιασμού. Όπου γίνονται είναι πρωτοβουλίες των ιδρυμάτων ή των ίδιων των ερευνητών.

Όλα αυτά δεν συνιστούν εκπαιδευτική πολιτική και κυρίως δεν συνιστούν εκπαιδευτική πολιτική που να έχει το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Στην καλύτερη των περιπτώσεων σημαίνουν απλώς τη διαχείριση καταστάσεων με κριτήριο την αποφυγή της κατάρρευσης του συστήματος και στη χειρότερη απλώς την προσπάθεια να μεταφερθεί στο μέλλον η αναμέτρηση με τις πολλές ανοιχτές πληγές της παιδείας.

Το «πρώτο κουδούνι» είναι από ορισμένες πλευρές και «κώδων κινδύνου».

Γράψτε το σχόλιό σας