Πέραν του Ιβύκου, για τα βάσανα του Έρωτα τραγούδησε, όπως γνωρίζουμε, και η Σαπφώ. Η διαφορά ανάμεσα στους δικούς της στίχους και τους στίχους του Ιβύκου είναι κατ’ ουσίαν η διαφορά ανάμεσα στο λεσβιακό μέλος με τη δύναμη της αμεσότητάς του και το χορικό τραγούδι με το βαρύ πλούτο και τη μεγαλοπρέπειά του.

Δημιούργημα του Ιβύκου είναι κατά πάσαν πιθανότητα και ένα ποίημα που σώθηκε εν μέρει σε πάπυρο και στο οποίο εξυμνείται το κάλλος, η ομορφιά ενός νέου που κατείχε υψηλή θέση.

Στο εκτενές πρώτο μέρος του εν λόγω αποσπάσματος ο ποιητής απαριθμεί ήρωες και γεγονότα του Τρωικού Πολέμου, δηλώνοντας όμως ότι δεν έχει την πρόθεση να μιλήσει γι’ αυτά. Η διήγηση αυτών των ιστοριών, η ποίηση αυτού του είδους, είναι —κατά την άποψή του— έργο των σεσοφισμένων (ευφυών, επιδέξιων) Μουσών του Ελικώνα και όχι ενός θνητού. Στο σημείο αυτό είναι εμφανής η αποδοκιμασία της αφηγηματικής ηρωικής ποίησης, η ρήξη με την επική παράδοση.

Ακολούθως κατονομάζονται οι ομορφότεροι από τους πλέον ανδρείους ήρωες: ο γιος της Υλλίδας και ο Τρωίλος, ο γιος του Πριάμου.

Στην κατακλείδα του αποσπάσματος ο ποιητής απευθύνεται σε έναν νέο που ονομάζεται Πολυκράτης. Του λέει ότι θα χαίρεται άφθαρτη τη δόξα της ομορφιάς μαζί με τους προαναφερθέντες —το γιο της Υλλίδας και τον Τρωίλο—, όπως άφθαρτη είναι και η δική του δόξα στο τραγούδι.

Ίβυκος, ανάμεσα στη Σαπφώ και τον Στησίχορο (Μέρος Α’)

Ίβυκος, ανάμεσα στη Σαπφώ και τον Στησίχορο (Μέρος Β’)