Τις προηγούμενες δυο εβδομάδες όλη η Ευρώπη παρακολουθούσε με λιγότερη ή περισσότερη αγωνία την πολιτική κρίση στην Γερμανία, με την διαφωνία, το μπρα ντε φερ, τις απειλές και τα τελεσίγραφα του υπουργού Εσωτερικών και αρχηγού του CSU, Ζεεχόφερ, προς την καγκελάριο Μέρκελ. Η κρίση αποσοβήθηκε με πολιτικό τρόπο. Με συναντήσεις, διαπραγματεύσεις, ζύγισμα των αντικειμενικών κι υποκειμενικών συνθηκών και συμβιβασμό.

Η Μέρκελ, με πολλά χρόνια ήδη στην καγκελαρία και με προσωπικό και πολιτικό βάρος, συμβιβάστηκε για να σώσει την εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση και μαζί με αυτή, με τη στάση της, με το να μην υποκύψει πέρα από τα όρια των αρχών της και, κυρίως, να μην κρυφτεί, να μην αποκρύψει το πρόβλημα, κράτησε αλώβητη την αξιοπρέπεια της.

Γιατί τα θυμίζω αυτά; Επειδή με λιγότερα, για λιγότερα, πήγε να πέσει η κυβέρνηση της Γερμανίας και να σπάσει η σχέση των Χριστιανοδημοκρατών με το βαυαρικό παράρτημα τους. Επαναλαμβάνω: για λιγότερα. Από τι; Από αυτά που παρακολουθούμε να εκστομίζονται από υπουργούς των Ανεξαρτήτων Ελλήνων τις τελευταίες μέρες στις τηλεοράσεις μας.

Ας ξεχάσουμε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ας προσπαθήσουμε να απογυμνώσουμε το ζήτημα από τις προκαταλήψεις και τις απόψεις μας γι’αυτά. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα έχει έναν πρωθυπουργό που εξαρτά την παραμονή του στο Μέγαρο Μαξίμου από τις ψήφους του κυβερνητικού εταίρου του.

Ο εταίρος είναι μάλιστα και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της χώρας ενώ στελέχη του κόμματος του καταλαμβάνουν θέσεις στο κυβερνητικό σχήμα, είναι μέρος, δηλαδή, της εκτελεστικής εξουσίας της χώρας, διορισμένοι από τον πρωθυπουργό, ο οποίος έχει πάντοτε, μα πάντοτε, την τελική θεσμική και πολιτική ευθύνη για όλη την κυβέρνηση του, χωρίς εξαιρέσεις. Η ευθύνη αυτή πάει «πακέτο» με το δικαίωμα, όχι μόνο να διορίζει τα μέλη της, αλλά να τα παύει και να τα αντικαθιστά όποτε αυτός το κρίνει απαραίτητο.

Τα μέλη της κυβέρνησης αυτής και ο πρωθυπουργός της, αγαπάνε να λένε συχνά πως η κυβέρνηση είναι «κυρίαρχη». Τώρα μάλιστα πιο πολύ από ποτέ, καθώς εξυπηρετεί το αφήγημα της μεταμνημονιακής κατάστασης και της αποκατάστασης της κυριαρχίας (της όποιας κυριαρχίας τέλος πάντων) στην άσκηση πολιτικής.

Κάπου στο βάθος φυσικά υποκρύπτει κι άλλα η φράση αυτή καθώς κυρίαρχη είναι η χώρα κι όχι οι κυβερνήσεις της, για να μην πιάσω τον κυρίαρχο λαό και τη συνθηματοποίηση του – αλλά, είπαμε, θα είμαστε αντικειμενικοί τώρα και θα ξεχάσουμε τις αξιολογήσεις μας για τα πρόσωπα.

Ας το πούμε λοιπόν ευθέως γιατί η πλακίτσα, η σχετικοποίηση και η σύγχυση μπορεί να βολεύουν επικοινωνιακά αλλά δεν θα μας κάνουν να ξεχάσουμε και την αλφαβήτα της πολιτικής και του πολιτεύματος: ο πρωθυπουργός της κυρίαρχης χώρας δεν μπορεί να εκβιάζεται από κανέναν στα τηλεοπτικά παράθυρα, πόσο μάλλον από τους ίδιους τους υπουργούς που διορίζει.

Ο πρωθυπουργός της χώρας αυτής, με το σύνταγμα και τους νόμους που έχει, δεν μπορεί να κάθεται να ακούει υπουργούς του να αμφισβητούν την υπογραφή του από το παράθυρο του πρωινάδικου. Όποιος κι αν είναι. Είτε μας αρέσει είτε όχι.

Για όσους παίρνουμε κάπως σοβαρά το πολίτευμα, ο τίτλος του πρωθυπουργού υπερβαίνει αυτόν που τον φέρει, ανήκει στην Πολιτεία. Το να μην γίνεται ανέκδοτο η κυβέρνηση και ο επικεφαλής της στα σουπεράκια των καναλιών είναι ζήτημα αξιοπρέπειας.

Όχι προσωπικής, ο καθένας σ’αυτή τη ζωή επιλέγει μόνος του τι τον θίγει και τι όχι. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας για την Πολιτεία. Κι αυτή αφορά όλους μας.