Βαθμολογία:
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή,
2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη

«Η τελευταία σημαία»

«Ημασταν όλοι κάπως κάποτε. Σήμερα είμαστε κάτι άλλο…». Οι φράσεις βγαίνουν αν όχι με παράπονο, σίγουρα με μια αίσθηση μελαγχολίας βαθιά μέσα από την καρδιά του πρώην πεζοναύτη Σαμ Νίλον (Μπράιαν Κράνστον), ενός από τους τρεις βασικούς ήρωες της ταινίας «Η τελευταία σημαία» («Last flag flying», ΗΠΑ, 2017) του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ.
Και τις λέει στα δύο παλιά φιλαράκια του, συμπολεμιστές του στον πόλεμο του Βιετνάμ, παρελθόν πολύ μακρινό από το 2003 που είναι ο δραματουργικός χρόνος της ιστορίας. Ο Νιλ έχει ανοίξει μπαρ, ο Λάρι -Ντοκ- Σέπαρντ (Στιβ Καρέλ) έχει συνταξιοδοτηθεί από το Πολεμικό Ναυτικό και ο Ρίτσαρντ Μιούλερ (Λόρενς Φίσμπερν) είναι πλέον ιερέας. Η επανασύνδεση γίνεται όταν ο Λάρι πλησιάζει τους παλιούς συμπολεμιστές του για να τον συνοδεύσουν στην κηδεία του γιου του, που σκοτώθηκε σε έναν άλλον πόλεμο, του Ιράκ.
Το ταξίδι τους, πλημμυρισμένο από μικροεμπόδια, ανατροπές, δυσάρεστες ή ευχάριστες εκπλήξεις και σταθμούς που δεν είχαν προβλέψει από πριν, δίνει την ευκαιρία στον Λινκλέιτερ για τη δημιουργία ενός πολύ τρυφερού, πολύ ανθρώπινου αλλά και αρκετά χιουμοριστικού road movie, η δράση του οποίου στηρίζεται περισσότερο στα όσα λέγονται και λιγότερο στα όσα γίνονται. Η ταινία προσπαθεί και καταφέρνει να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στο πώς κάποιος μπορεί να βοηθηθεί από το σκούρο παρελθόν του για να αντιμετωπίσει το ακόμα πιο σκούρο παρόν του, να συμβαδίσει μαζί του.
Ο Νιλ/Κράνστον είναι η ραχοκοκαλιά της ταινίας, άνθρωπος του ενστίκτου, πλακατζής, αμφισβητίας, είρων, μια ηγετική προσωπικότητα γιατί παρά τα λάθη του, διακρίνεται από το χάρισμα να αντιλαμβάνεται τους άλλους. Ο θηριώδης Ρίτσαρντ/Φίσμπερν εκπροσωπεί το ακριβώς αντίθετο, γι’ αυτό και βρίσκεται διαρκώς στην κόντρα με τον Νιλ: είναι ο πρώην «άγριος και ατίθασος» που εν τέλει συμμορφώθηκε, συμβιβάστηκε, βρήκε την απάντηση στον λόγο του Θεού.
Ανάμεσά τους όμως, το πραγματικά τραγικό πρόσωπο, ο Λάρι/Καρέλ, ο λιγότερο πονηρός, ο λιγότερο θρασύς, ο πιο συνεσταλμένος, ο πραγματικά καλός άνθρωπος που η μοίρα του το έχει να τραβά πάνω το κακό χωρίς ποτέ του να έχει πειράξει κουνούπι. Η χημεία των τριών αυτών προσώπων είναι που πραγματικά απογειώνει την ταινία, η οποία στηρίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ντάριλ Πόνισκαν, μια συνέχεια του παρόμοιου ύφους «Τελευταίου αποσπάσματος» που έγινε ταινία το 1973 από τον Χαλ Ασμπι με πρωταγωνιστή τον Τζακ Νίκολσον σε έναν ρόλο ανάλογο με αυτόν του Κράνστον.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΑΘΗΝΑΙΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ – ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ – ΝΑΝΑ – ΛΙΛΑ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΑΕΛΛΩ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – Λ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ ΘΕΣ/ΚΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΡΝΕΣ (ΛΙΜΑΝΙ)

Το ταλέντο

Το καλό αποτέλεσμα που βλέπεις στο «Ταλέντο» («Le brio», Γαλλία/Bέλγιο, 2017) του ηθοποιού και σκηνοθέτη Ιβάν Ατάλ, οφείλεται στο ότι δεν επαναπαύθηκε στις πολύ καλές προθέσεις του. Είναι ένα προσωποκεντρικά ειπωμένο, ανάλαφρο σχόλιο πάνω στον φυλετικό ρατσισμό και στο εκπαιδευτικό σύστημα στη Γαλλία σήμερα, το οποίο αναπτύσσεται μέσα από την ιστορία μιας ταλαντούχας μουσουλμάνας φοιτήτριας της Νομικής και του αλαζονικού, βέρου γάλλου καθηγητή της, ο οποίος βρίσκεται σε δυσμένεια για την προβοκατόρικη συμπεριφορά του. Ακριβώς επειδή ο καθηγητής βρίσκεται σε δυσμένεια για τις προκλητικές, πολιτικά ανορθόδοξες, συχνά ρατσιστικές θεωρίες του, το Πανεπιστήμιο δράττεται της ευκαιρίας και τον ορίζει προσωπικό εκπαιδευτή της κοπέλας. Υπάρχει λοιπόν συμφέρον στη μέση για να βγουν όλοι ασπροπρόσωποι.

Το ωραίο με αυτή την ταινία είναι ότι οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες της δεν θα αλλάξουν απαραιτήτως τις απόψεις τους για να καλυτερεύσουν ως άνθρωποι όπως ορίζουν τα κλισέ σε αυτές τις ιστορίες, κυρίως έτσι όπως τις χειρίζεται ο αμερικανικός κινηματογράφος. Ενώ οι δύο αυτοί τόσο διαφορετικοί άνθρωποι θα πάρουν κάτι ο ένας από τον άλλον, στην πραγματικότητα τα χνότα τους δεν θα ταιριάξουν ποτέ. Ο Ατάλ χειρίζεται πολύ έξυπνα τη σχέση τους. Παρότι το «Ταλέντο» έχει τα χαρακτηριστικά μιας feelgood ταινίας, στόχος του σκηνοθέτη δεν είναι να ωραιοποιήσει την κατάσταση (παρότι υπάρχουν κάποιες σκηνές που προκαλούν μεγάλη ευφορία) αλλά να την παρουσιάσει όσο το δυνατόν πιο πειστικά γνωρίζοντας πολύ καλά πως ότι και να γίνει, στη ζωή της η φοιτήτρια δεν θα τα βρει όλα άσπρα και ρόδινα. Η φοιτήτρια – την οποία υποδύεται η ανερχόμενη Καμέλια Τζορντάνα – θα πάρει αυτά που χρειάζεται από τον καθηγητή (άψογος Ντανιέλ Οτέιγ) αλλά δεν θα γίνει ποτέ στ’ αλήθεια φίλη του. Αυτή η σκηνοθετική ειλικρίνεια είναι που τελικά σε κερδίζει.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ΦΙΛΟΘΕΗ – ΑΙΓΛΗ ΖΑΠΠΕΙΟΥ – ΦΙΛΙΠ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΑΒΑΝΑ – ΒΑΡΚΙΖΑ ΘΕΣ/ΚΗ: ΒΑΚΟΥΡΑ

Too Much Info Clouding Over my Head

Οταν μια μηδενικού προϋπολογισμού, ελληνική, ασπρόμαυρη ταινία του 2017 παρουσιάζεται με τίτλο «Too Much Info Clouding Over my Head» δεν μπορεί παρά να έχει μια κάποια «τρέλα», η οποία ενδεχομένως να την κάνει και ενδιαφέρουσα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Βασίλη Χριστοφιλάκη, όπου ο ίδιος υποδύεται έναν φέρελπι σκηνοθέτη που κυκλοφορεί με σορτς, κοντομάνικο πουκάμισο και τα σανδάλια του «μικρού» Λεμπόφσκι στον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», προσπαθώντας μέσα σε μια χαοτική Αθήνα να βρει τρόπους και πόρους να γυρίσει την ταινία του. Ο τύπος μοιάζει με κινούμενο ανέκδοτο. Οχι ταινία δεν σε πείθει ότι μπορεί να γυρίσει, αλλά ούτε και ότι είναι ντελιβεράς. Αλλά έχει μυαλό, έχει γνώσεις, έχει όραμα, έχει όλα όσα χρειάζονται οι ταλαντούχοι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκουν πόρτα στα πρακτικά ζητήματα. Οι συναντήσεις του σκηνοθέτη με τους ανθρώπους που θα συμμετάσχουν στη δημιουργία της ταινίας του (αν βεβαίως ποτέ γίνει) είναι η ψυχή της ταινίας και το σημείο από το οποίο αντλείται το περισσότερο χιούμορ της. Μια παρανοϊκή ντίβα του θεάτρου, μια απολυμένη σερβιτόρα που θέλει να γίνει βοηθός του, μια τηλεστάρ που θέλει να κάνει Τέχνη, στοιχεία που πλάθουν τον αστείο, αφελή, λοξό κόσμο μιας ταινίας που θα μπορούσες να πεις ότι είναι το «No budget story» (1996) του Ρένου Χαραλαμπίδη, τοποθετημένο στις μέρες μας.
Βαθμολογία: 2
ΑΘΗΝΑ:  ΑΑΒΟΡΑ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ EΛΛΑΔΟΣ ΘΕΣ/ΚΗ: ΟΛΥΜΠΙΟΝ (εκτός Σαββάτου)

Οδεύοντας στα 50, με ανασφάλειες και άλλα άγχη
Δύο ακόμα γαλλικές ταινίες που κοιτάζουν ανάλαφρα την κρίση της γυναίκας που πλησιάζει ή που έχει περάσει τα 50
O Αλέκος Αλεξανδράκης και ο Δημήτρης Καλλιβωκάς είχαν απεριόριστα περισσότερο ενδιαφέρον ως διεκδικητές της Τζένης Καρέζη στην «Τρελή, τρελή οικογένεια» του Ντίνου Δημόπουλου συγκριτικά με τον σκωτσέζο δισεκατομμυριούχο Τζέιμι Μπάρμπερ και τον γάλλο σεφ Αρνό Ντουκρέ που διεκδικούν τη νευρωτική 45άρα Αλεξάντρα Λαμί της γαλλικής κομεντί «Εσύ διαλέγεις» («L’ embarrass du choix», Γαλλία/Bέλγιο, 2017). Η ταινία προσπαθεί να αποσπάσει γέλιο από τις καταστάσεις που δημιουργούνται γύρω από αυτό το τρίο και συγχρόνως να αφουγκραστεί τα προβλήματα και τις αγωνίες μιας γυναίκας που πλησιάζει τα 50 και δεν έχει «φτιάξει» ακόμα τη ζωή της όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Ωστόσο, κανένα από τα βασικά πρόσωπα δεν είναι ιδιαίτερα γοητευτικό και καμία από τις καταστάσεις δεν είναι ούτε πραγματικά αστεία ούτε πραγματικά σοβαρή. Ολα κινούνται σε έναν ανάλαφρο ρυθμό και ίσως αυτό να έγινε σκόπιμα, όμως προσωπικά μου προκάλεσε ανία.
Τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, αν και εδώ που τα λέμε στον πυρήνα τους παραμένουν τα ίδια στο «50 φορές άνοιξη» («Aurore», Γαλλία, 2017) της Μπλαντίν Λενουάρ, η οποία σηματοδοτεί και μάλιστα ευπρόσδεκτα την επιστροφή της ηθοποιού και σκηνοθέτριας Ανιές Ζαουί μπροστά στον φακό. Ομως η αλήθεια είναι ότι αυτή η αισθηματική κομεντί δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ξαναζεσταίνει ένα φαγητό που έχουμε γευτεί σε δεκάδες πρόσφατες γαλλικές ταινίες: την προσπάθεια μιας πενηντάρας να δώσει νέα πνοή στη ζωή της. Δεν σε προσβάλλει, δεν την απορρίπτεις, αλλά λέει μια ιστορία που σίγουρα έχουμε ξαναδεί σε πολύ καλύτερες ταινίες.
Είναι πάντως πολύ κουραστική αυτή η εμμονή του «ανάλαφρου» γαλλικού κινηματογράφου στο θέμα της γυναίκας που πλησιάζει τα 50 και βρίσκεται σε κρίση. Στη δομή τους ταινίες όπως το «Μαμά ή γιαγιά;», το «Μαμά γύρισα!», το «Θέλεις ή δεν θέλεις» και το «Μια τυχαία συνάντηση» είναι κλώνοι.
«Εσύ διαλέγεις»
Βαθμολογία: 1 ½
ΑΘΗΝΑ: ΑΒΑΝΑ – ΔΕΞΑΜΕΝΗ – ΝΑΝΑ
«50 φορές άνοιξη»
Βαθμολογία: 1 ½
ΑΘΗΝΑ: INTEAΛ – ΔΑΝΑΟΣ – ΚΗΦΙΣΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣ – CINERAMA – ΑΤΤΑΛΟΣ – ΛΑΟΥΡΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ – ΣΟΦΙΑ ΘΕΣ/ΚΗ: ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ
Επίσης στις αίθουσες
«Βασιλικοί γάμοι» («L’ Echange Des Princesses», Γαλλία/Βέλγιο, 2017). Αισθηματική εποχής του Μαρκ Ντουγκέν. Η ιστορία της «πριγκιπικής ανταλλαγής» που σκέφτηκε το 1721 ο Φίλιππος της Ορλεάνης, αντιβασιλέας της Γαλλίας, ώστε ο μακροχρόνιος πόλεμος που έχει μόλις λήξει με την Ισπανία να διασφαλισθεί με ειρήνη και οικονομική ευμάρεια. Η ιδέα του αντιβασιλέα ήταν να παντρευτεί ο διάδοχος του ισπανικού θρόνου την κόρη του, Δεσποινίδα του Μονπενσιέ, και σε αντάλλαγμα να παντρευτεί ο Λουδοβίκος ΙΕ’ την τετράχρονη πριγκίπισσα της Ισπανίας. Παίζουν: Λαμπέρ Ουίλσον, Αναμαρία Βαρτολομέι, Ολιβιέ Γκουρμέ κ.ά.
Βαθμολογία: –
ΑΘΗΝΑ: ΑΣΤΟΡ – ΑΝΔΟΡΑ – ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΑΙΓΛΗ – ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΑΝΟΙΞΗ – ΟΝΑΡ ΜΑΡΙΑ – ΕΛΕΝΑ – ΣΙΝΕΡΑΜΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CΙΝΕPOLIS ΓΛΥΦΑΔA ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΣΙΝΕ ΑΛΕΞ
«Deadpool 2» (HΠΑ, 2018). Περιπέτεια φαντασίας του Ντέιβιντ Λιτς, με τον Ράιαν Ρέινολντς για δεύτερη φορά στον ρόλο του βοθρόστομου μισθοφόρου της Marvel Comics Γουέιντ, ή αλλιώς Deadpool, που αυτή τη φορά αναλαμβάνει να σταματήσει έναν σούπερ στρατιώτη (Τζος Μπρόλιν) που έχει αναλάβει μια αποστολή δολοφονίας. Και για να κάνει το σωστό, θα πολεμήσει βρώμικα.
Βαθμολογία: –
Προβάλλεται σε παραπάνω από 170 αίθουσες σε όλη την Ελλάδα.