Οι πιστοί φίλοι της θεματικής ενότητας του in.gr που είναι αφιερωμένη στην ελληνική γλώσσα θυμούνται ενδεχομένως ότι ένα από τα προηγούμενα άρθρα μας αναφερόταν στη σύγχυση που προκαλείται όταν επιχειρούμε να χρησιμοποιήσουμε τύπους του ρήματος άγω και πολλών σύνθετων ρημάτων με δεύτερο συνθετικό το άγω, προπάντων μαζί με το θα ή το να (μέλλοντες, υποτακτική ενεστώτα, υποτακτική αορίστου).

Ο έτερος «μεγάλος ασθενής» στον κατάλογο των ρημάτων που υφίστανται καθημερινά κακή μεταχείριση από τους χρήστες της νέας ελληνικής γλώσσας είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, το βάλλω.

Στη νέα ελληνική γλώσσα το αρχαιοπρεπές ρήμα βάλλω (βάλλομαι) απαντά απλό μόνο με την έννοια τού χτυπώ ή επιτίθεμαι από μακριά, πλήττω εξ αποστάσεως, μεταφορικώς δε με τη σημασία τού εκτοξεύω κατηγορίες εναντίον κάποιου, καταφέρομαι ή στρέφομαι με τα λόγια εναντίον του:

«Τα πυροβόλα μας βάλλουν ασταμάτητα εναντίον των θέσεων του εχθρού», «Οι εχθρικές δυνάμεις έβαλαν με όλμους εναντίον των οχυρών μας», «Ο πρόεδρος της ομάδας βάλλεται όχι μόνον από τους αντιπάλους του αλλά και από μέχρι πρότινος υποστηρικτές του», «Οι κυβερνητικές προτάσεις βάλλονται πανταχόθεν».

Η περιορισμένη αυτή χρήση του ρήματος βάλλω στη νέα ελληνική γλώσσα βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τη συχνότατη, ευρύτατα διαδεδομένη χρήση του ως δεύτερου συνθετικού σε πληθώρα σύνθετων ρημάτων.

Στα εν λόγω ρήματα το πρώτο συνθετικό είναι είτε μια από τις μονοσύλλαβες και δισύλλαβες προθέσεις (αμφιβάλλω, αναβάλλω, αποβάλλω, διαβάλλω, εισβάλλω, εκβάλλω, εμβάλλω, επιβάλλω, καταβάλλω, μεταβάλλω, παραβάλλω, περιβάλλω, προβάλλω, προσβάλλω, συμβάλλω, υπερβάλλω, υποβάλλω) είτε δύο προθέσεις (αντικαταβάλλω, αντιπαραβάλλω, παρεμβάλλω, προϋποβάλλω, προκαταβάλλω, συνυποβάλλω) είτε κάποιο όνομα (εφεσιβάλλω, πανικοβάλλω).

Τα προαναφερθέντα ρήματα σχηματίζουν κανονικά τους μεν εξακολουθητικούς χρόνους με δύο λ (από το θέμα του ενεστώτα), τους δε στιγμιαίους χρόνους με ένα λ (από το θέμα του αορίστου).

Υπενθυμίζουμε ότι οι τύποι με το θέμα του ενεστώτα (δύο λ) πρέπει να χρησιμοποιούνται για πράξη συνεχή, συχνή ή επαναλαμβανόμενη, με άλλα λόγια για κάτι που γίνεται πολλές φορές, επανειλημμένα, ενώ οι τύποι με το θέμα του αορίστου (ένα λ) για πράξη στιγμιαία, συνοπτική ή μη επαναλαμβανόμενη, με άλλα λόγια για κάτι που γίνεται άπαξ, μία φορά μόνο.

Βάσει των προαναφερθέντων, ας δούμε πώς διαμορφώνονται οι τύποι του ρήματος προβάλλω στο γ’ ενικό πρόσωπο:

  • Η Ελλάδα προβάλλει επί του παρόντος τα αγροτικά προϊόντα της (ενεστώτας)
  • Η Ελλάδα προέβαλλε τα αγροτικά προϊόντα της από τις αρχές του 20ού αιώνα (παρατατικός)
  • Η Ελλάδα θα προβάλλει τα αγροτικά προϊόντα της κάθε χρόνο (μέλλοντας εξακολουθητικός)
  • Η Ελλάδα θα προβάλει τα αγροτικά προϊόντα της μόνο τη φετινή χρονιά (μέλλοντας συνοπτικός)
  • Η Ελλάδα προέβαλε τα αγροτικά προϊόντα της το 2015 και το 2016 (αόριστος)
  • Η Ελλάδα έχει προβάλει ήδη τα αγροτικά προϊόντα της (παρακείμενος)
  • Η Ελλάδα είχε προβάλει πέρσι τα αγροτικά προϊόντα της (υπερσυντέλικος)
  • Η Ελλάδα θα έχει προβάλει τα αγροτικά προϊόντα της έως το τέλος του έτους (συντελεσμένος μέλλοντας)
  • Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να προβάλλει συνεχώς τα αγροτικά προϊόντα της (υποτακτική ενεστώτα)
  • Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να προβάλει σύντομα τα αγροτικά προϊόντα της (υποτακτική αορίστου)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

    in.gr