Φανταστείτε ένα μικρό κορίτσι σε ένα καπνοχώρι των Σερρών να τραγουδάει σε γλέντι της γειτονιάς ή να κρυφακούει από πλάκες γραμμοφώνου συνθέτες όπως ο Καλδάρας και ο Μητσάκης. Και μερικά χρόνια μετά να συνεργάζεται με τους εν λόγω μεγάλους λαϊκούς δημιουργούς και να φτάνει να γίνεται η πρέσβειρα του τραγουδιού μας σε χώρες όπως το Ισραήλ.

Αναζητώντας όλες αυτές τις ημέρες τους κύκλους στην πορεία της Γλυκερίας, χωρίς λοιπές συστάσεις, επανήλθα στο ίδιο μαγικό σημείο. Τη σταθερή της αγάπη για αυτό που προηγήθηκε. Σήμερα βέβαια που μιλούμε, η ίδια είναι μέρος της παράδοσής μας. Μέρος των βιωμάτων και ακουσμάτων μας. Ποτέ όμως δεν μιλάς μόνον για το παρελθόν με τη Γλυκερία αφού ζει στον ενεστώτα χρόνο. Τώρα που μας διαβάζετε, πετάει για το Ισραήλ για δύο νέα τραγούδια σε στούντιο.

Ετοιμάζει παραστάσεις στο Χαμάμ στα Πετράλωνα με θέμα τη Σμύρνη. Και μόλις βγήκε από νέο δίσκο με τον Ανδρέα Κατσιγιάννη. Είτε με την αναβίωση του ρεμπέτικου και σμυρναίικου, είτε με το νεολαϊκό του ’80 με Ρασούλη – Ξυδάκη – Παπάζογλου, είτε με τον Στέλιο Φωτιάδη στο είδος που μαζί χάραξαν, η Γλυκερία είναι κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας του τραγουδιού μας και μια εξαιρετική συνομιλήτρια.

Ερχόμενος να μιλήσουμε άκουγα το «Ελα έλα».

Του Νίκου Ξυδάκη λες (σ.σ. στίχοι – μουσική Ν. Ξυδάκης). Απ’ το πρώτο βράδυ στην Αθήνα. Ημουν και λίγο άπειρη τότε. Αλλά ήταν από καρδιάς. Τότε που κάναμε δουλειές που αγαπάγαμε.

Τότε ήταν μια περίοδος που ο Ρασούλης και ο Ξυδάκης φτιάχνουν ένα νέο είδος και εσείς μέσα σε αυτό το κλίμα παίζετε ρόλο. Και λίγο μετά δημιουργείτε ένα εντελώς δικό σας ύφος με τον Στέλιο Φωτιάδη.

Δεν ξέρω αν μπορώ να το πω δικό μου είδος αυτό στη συνέχεια. Σίγουρα τότε ήμουν το νέο προσωπο που είχε να πει κάτι. Αυτή η εποχή σηματοδότησε και τη δική μου την πορεία.

Σαν γενιά – μιλώ για τη γενιά μου – το εντοπίζω σε δύο στιγμές τότε. Η «Ομορφη Νύχτα», το περίφημο λάιβ και τα «Σμυρνέικα». Και μετά το ’90 τα μεγάλα ολοδικά σας σουξέ. Καθορίσατε τον ήχο και τη διασκέδαση.

Ηταν μια εποχή πρόσφορη. Υπήρχε έδαφος για να δημιουργήσει ή αναδειχθεί ένας νέος τραγουδιστής. Να μπει στο πνεύμα της εποχής αλλά να έχει και τις δικές του σταθερές. Πάντα το κράτησα αυτό γιατί οι αγάπες μου είναι αγάπες και δεν ξεπερνιούνται. Αγαπώ το λαϊκό τραγούδι, αυτό αγάπησα απ’ τους γονείς μου, τα βιώματά μου και βέβαια αγάπησα όλη την παράδοση. Ακουγα τον πατέρα μου να ψέλνει, δεν ήταν τραγουδιστής αλλά ήξερε να τραγουδάει καλά. Σαν τον Κώστα Ρούκουνα, σαν τον Μήτσο Αραπάκη – με τα ωραία τα γυρίσματα, τα βυζαντινά.

Τους μελετάτε προφανώς τους παλιούς.

Προφανώς, πάντα τους ακούω. Ακούω τις φωνές τους όπως και το πιο σύγχρονο όμως. Πάντα έχουν να πουν κάτι, είναι σχολείο.

Προλάβατε μεγάλους παίκτες, δημιουργούς. Τον Γιώργο Κόρο, τον Απόστολο Καλδάρα και άλλους. Αυτό σας βάραινε ή σας απελευθέρωνε στην πορεία σας;

Δεν με βάραινε καθόλου, τους δέχτηκα όπως την παρέα του πατέρα μου που τραγουδούσαν. Δεν πρόλαβα τους έντεχνους στην ακμή τους που υπήρξαν επίσης πολύ σπουδαίοι. Ημουν τότε στο ξεκίνημά μου. Είχα πάει με το λαϊκό και με το σμυρναίικο, αλλά όπως λες γνώρισα, συνέπραξα και διδάχθηκα από τον Καλδάρα που ήταν ένας μεγάλος δημιουργός. Και πριν από μένα υπήρξαν μεγάλοι ερμηνευτές που τους μελέτησα επίσης. Με λευτέρωσαν όλα αυτά. Πάντα πίστευα πως για να ξεκινήσει να τραγουδήσει κάποιος πρέπει να έχει μια γνώση. Του τι είναι και του τι μπορεί να προσφέρει. Εδωσα πολλή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου παρότι στην αρχή δεν μου άρεσε να με ακούω.

Οντως;

Ναι δεν μου άρεσε, ήταν παράξενο. Εμπιστεύομαι βέβαια τον εαυτό μου και γι’ αυτό και συνεχίζω.

Πρώτη φορά πότε σας ακούτε; Εννοώ να ακούσετε τραγούδι σας στο ραδιόφωνο.

Θυμάμαι έναν δίσκο που κάναμε με τον Φωτιάδη, σε στίχους Κυριάκου Ντούμου ήταν αυτό το τραγούδι που έχω έντονη μνήμη: «Κάποια γιορτή, κάποιο μπαλκόνι κάποιο Μάρτη / και την αγάπη να ξυπνάει στον Μυστρά». Ενα χαρούμενο, αισιόδοξο τραγούδι. Δεν ξέρω αν ήταν το πρώτο. Και το «Μην κάνεις όνειρα τρελά» του Καλδάρα.

Σας καθόρισε ο Καλδάρας. Είναι και τα εκατό χρόνια φέτος απ’ τη γέννησή του.

Μου έδωσε διαβατήριο με ανοιχτά δρομολόγια, να πάω με πλοίο, με τρένο, όπως ήθελα. Ηταν μεγάλη η σφραγίδα του. Μεγάλος δάσκαλος, με την αυστηρότητα του δασκάλου και την αγάπη του πατέρα.

Ηταν αυστηροί οι παλιοί, ή όσο έπρεπε;

Οσο έπρεπε, όπως σου είπα. Σαν πατέρας.

Πάμε λίγο πίσω τώρα. Παρότι συνδεθήκατε με τα σμυρναίικα, έχετε ρίζα από τα μέρη αυτά;

Οι προπαππούδες μου από τη μεριά του πατέρα μου. Από την Αλικαρνασσό. Από τη μεριά της μητέρας μου, ο πατέρας της ήταν από την Κρήτη, ο Μιχάλης ο Σπανουδάκης από το Κολυμπάρι. Οι Μικρασιάτες της οικογένειας πήγανε αρχικά σε Τύρναβο και μετά σε Σέρρες.

Γεννηθήκατε στις Σέρρες.

Στο Αγιο Πνεύμα Σερρών.

Είχε πρόσφυγες το χωριό;

Είχε. Ηταν συγγενής μου αυτός που είχε τις πλάκες γραμμοφώνου. Μέναμε μεσοτοιχία. Εβαζε κάνα ποτηράκι και άκουγε την Ελένη την Ζωντοχήρα. Μερακλής άνθρωπος, έχω αυτά τα ακούσματα. Και τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, όλα. Τα τραγούδαγε ο πατέρας μου με τις παρέες του. Φέρνανε από το σπίτι τους ό,τι είχε ο καθένας και γινόταν γλέντι. Και θυμάμαι να είναι όλοι καλοί τραγουδιστές κι εγώ μικρό κοριτσάκι να σιγοντάρω.

Καπνοχώρι;

Ναι κυρίως καπνός και σιτάρι. Τα χωράφια μας ήταν λίγο μακριά, πηγαίνανε με τα ζώα. Πρόλαβα και τη διαδικασία του καπνού. Τα φυτεύανε, τα φέρνανε τα φύλλα του καπνού, είχαμε έναν άλλο χώρο που χρησιμοποιούσαμε τρεις οικογένειες, βοηθούσαν όλοι γιατί αυτά δεν έπρεπε να ζεσταθούν. Τα περνούσαμε σε βελόνες, τα αδειάζαμε σε κάτι σχοινιά και τα κάναμε σανδάλια, τα βάζαμε να στεγνώσουν λίγο και τα τοποθετούσαμε στο υπόγειο για να μείνουν μαλακά και περνούσαν οι καπνέμποροι για να τα πάρουν. Οι άνθρωποι δούλευαν συνεχώς. Ολο τον χρόνο γράφανε στον μπακάλη, μετά πουλούσαν τον καπνό, δανείζονταν από τον συνεταιρισμό, αποπλήρωναν και ξανά απ’ την αρχή. Δεν μας έλειψε τίποτε. Δεν στερήθηκα σαν παιδί. Υπήρχε αλληλεγγύη.

Παιδί εσείς τότε, ακούτε όλους αυτούς που μετά συνεργάζεστε! Για παράδειγμα τον Μητσάκη, τον Καλδάρα.

Φανταζόμουν τον εαυτό μου να τραγουδώ – σαν ένα όνειρο ήταν αυτό. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ένα παλιό ραδιόφωνο.

Πάντως λίγο μετά από το χωριό σας, βρίσκεστε σε ένα άλλο κλίμα, που είναι η Πλάκα στη Μεταπολίτευση.

Ξεκίνησα από ταβέρνα, στην Πλάκα. Λεγόταν «Λητώ». Την είχε ένας Γιουνανλής. Ηταν το βάπτισμα του πυρός. Με είχε γνωρίσει ο συνθέτης Νίκος Δανίκας, από μια νεοσύστατη εταιρεία και έναν διαγωνισμό τραγουδιών. Εκείνος με έστειλε στην ταβέρνα. Στο πιο ελαφρύ ήταν η Μάρω Δημητρίου. Από την πρώτη φορά μπήκα στα βαθιά, έπρεπε να λέω πολλά τραγούδια. Ελεγα ας πούμε Μούτση. Στον απόηχο του «Αγιου Φεβρουάριου». Μετά από το Νέο Κύμα, το λέγαμε έντεχνο. Μετά έλεγα τα λαϊκά. Σαν το ψάρι έτρεμα. Είχα φτιάξει μια φούστα, μάξι, και πηγαινοερχόμουν με αυτήν και την έσερνα κάτω. Μεγάλο σχολείο. Βρέθηκα λίγο μετά σε κέντρο με τη Ρίτα Σακελαρίου και τη Μαίρη Λίντα. Ηλθε ο Νταλάρας για να ακούσει έναν μουσικό και άκουσε και εμένα. Και την επόμενη χρονιά έκανε το «Σεργιάνι στον κόσμο» με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στη «Διαγώνιο» στην Πλάκα. Με κάλεσε εκεί, το έψαχνε από τότε πολύ ο Γιώργος.

Ο τρίτος σας δίσκος ήταν τα «Σμυρναίικα»;

Ναι, με έχει χαρακτηρίσει. Οταν κάποιος λέει σμυρναίικα, με συνδέει μαζί τους. Οι άνθρωποι που με αγαπάνε στα λάιβ, όπου είμαι καλύτερη από τους δίσκους, ξέρουν βέβαια και άλλες στιγμές μου.

Σαν να συστήνετε το σμυρναίικο από την αρχή πάντως. Υπάρχει και η Χαρούλα με τα «Τσίλικα», κυριαρχεί ένα κλίμα τότε.

Ηταν μεγάλη επιτυχία τα «Τσίλικα». Αλλά ήταν λίγο διαφορετική η δουλειά αυτή. Εμείς πήγαμε λίγο πιο κοντά στην παράδοση. Την εποχή που βγήκαν τα «Σμυρναίικα», δεν θα το πω με παράπονο, δεν στήριξαν τόσο τα ΜΜΕ. Ο κόσμος που δεν έχει δεύτερη σκέψη βέβαια έχει μια άμεση έκφραση και αυτή είναι η ανταμοιβή μου.

Υπήρχε αναζήτηση από τον κόσμο; Τότε είχαμε πολλές κομπανίες που αναβίωναν το λαϊκό ή έγραφαν νέο.

Ηλθα με ένα παλιό ρεπερτόριο. Αλλά όταν βγήκα στο Γαλάτσι με σμυρναίικα, και μετά στο λάιβ στην «Ομορφη Νύχτα», υπήρχε η Ρεμπέτικη Κομπανία, βγήκε λίγο μετά η Ελευθερία με την Οπισθοδρομική. Συναντιόμασταν στις περιοδείες ή σε συναυλίες τα καλοκαίρια, υπήρχε μια χαρά στον κόσμο.

Μεγάλη στιγμή σας είναι και
ο Λυκαβηττός που δοκιμάζεστε σε πολύ μαζικό χώρο με τον Νίκο Παπάζογλου, το 1985.

Και για τον Νίκο που είχε τότε αρχίσει να ακούγεται πολύ. Είπαμε για τον Ρασούλη πριν και αυτό το κλίμα της εποχής και θέλω να πω κάτι. Ηταν και μια σύσταση στον κόσμο. Εκανα το τραγούδι στην «Ομορφη Νύχτα», το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» – επανεκτέλεση. Εγώ τον αγάπησα τον Νίκο Παπάζογλου πολύ, έχουμε κάνει περιοδείες μεγάλες. Θυμάμαι στην Αμερική, αυτός που διοργάνωνε τις εμφανίσεις μας του είπε να βάλει σακάκι και γραβάτα, μία φορά έγινε μόνον αυτό. Θέλω να πω, επιστρέφοντας στο αρχικό, πως αυτοί οι δίσκοι βάλανε σε έναν άλλο δρόμο το λαϊκό. Το σνόμπαραν όμως ακόμη οι κουλτουριάρηδες. Εγώ τα έπαιζα αυτά τα τραγούδια με τον Δημήτρη Κοντογιάννη. Δεν το λέω με κακία αυτό. Δεν είχαν όμως τόσο μεγάλη απήχηση όσο στην πορεία.

Το Ισραήλ αλήθεια πώς ήλθε στη ζωή σας;

Μια γυναίκα που η μητέρα της είχε καταγωγή από Θεσσαλονίκη, της άρεσα πολύ όταν με είδε. Με κάλεσε με έναν μεγάλο διοργανωτή συναυλιών και έκανα το πρώτο λάιβ σε ένα μικρό θέατρο. Ετσι ξεκίνησα σιγά σιγά. Κάναμε και ντουέτο στην τηλεόραση με τη μεγάλη Οφρα Χάζα. Μετά η μεγάλη επιτυχία ήλθε – είναι εξαιρετικά μουσικόφιλοι – όταν έκανα τραγούδι στη γλώσσα τους. Το εκτίμησαν πολύ. Και άρχισαν τα λάιβ, οι συναυλίες, οι δίσκοι. Εχουμε δύο χρόνια να πάμε λόγω πανδημίας. Και θα πάω τώρα, για να κάνω στούντιο. Κάνω δύο τραγούδια.

Σας γνωρίζει στο Ισραήλ εκεί ο κόσμος στον δρόμο;

Ναι βέβαια, μη σου πω πως ορισμένοι σε χωριά θα νομίζουν πως είμαι συμπατριώτισσά τους. Ακούνε πολύ το ελληνικό τραγούδι, πάνε πολλοί έλληνες τραγουδιστές. Προηγήθηκαν από εμένα ο Καζαντζίδης, ο Διονυσίου, ο Αγγελόπουλος. Μετά ο Νταλάρας και η Αλεξίου. Επαιξε ρόλο και ο Γεχούντι Πόλικερ. Μεγάλος τραγουδιστής που είχε καταγωγή από Θεσσαλονίκη και έλεγε λαϊκά ελληνικά. Οταν έκανα τη μεγάλη επιτυχία εκεί, η δασκάλα που είχα για την προφορά στα εβραϊκά, είναι Ελληνίδα και πηγαίνανε μαθητές σε αυτήν για να ακούν τα τραγούδια των Ελλήνων.

Εχει και αυτό τον ρόλο η Τέχνη;

Ναι. Ηταν το σημείο που γεφύρωσε την απόσταση. Να μπορούμε να επικοινωνούμε με τα τραγούδια μας. Το Ισραήλ έχει σπουδαίους μουσικούς και μεγάλη ποικιλία ήχων. Σε έναν δίσκο έπαιζε ο Σωκράτης Σινόπουλος. Τον αγαπώ πολύ και τη γυναίκα του την Κατερίνα Παπαδοπούλου, το έχει ψάξει πολύ το παραδοσιακό. Εχουν κάνει θαυμάσια πράγματα, συνεργάστηκαν χρόνια με τη Δόμνα Σαμίου και έχουν μεγάλη γνώση.

Ισορροπείτε και εσείς σε Ανατολή και Δύση.

Βέβαια. Αμα πεις ωραία τραγούδια, αγαπάμε το λαϊκό που είναι σφραγίδα, το κάνεις. Ζούμε στο σήμερα, στην εξέλιξη. Κανόνας μου είναι η καλή πρόθεση. Να μην κοροϊδέψει ο τραγουδιστής τους ακροατές του.

Φοβηθήκατε μήπως διακοπεί η σχέση σας με το κοινό λόγω πανδημίας;

Οχι, όλοι έχουμε μια πορεία. Είναι λογικό η καινούργια γενιά να ψάχνει να βρει ποιος την εκφράζει αλλά κάποια πράγματα δεν ξεπερνιούνται. Ερχονται νέα παιδιά και μου λένε πως με μάθανε από παππούδες ή γονείς. Ο κόσμος έχει ανάγκη να εμπιστεύεται κάποιον στην Τέχνη.

Πάντως και εσείς εμπιστεύεστε νεότερους σημαντικούς δημιουργούς. Λέω για παράδειγμα για τον Ανδρέα Κατσιγιάννη που κάνατε δίσκο μαζί.

Εναν ολόκληρο δίσκο κάναμε με τον Ανδρέα ναι: τον «Με Αναστεναγμό». Σύγχρονα όμορφα τραγούδια, μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αφορά τις δύο προσφυγιές της οικογένειας της στιχουργού Μαρίας Χατζηαυξέντη. Θα αντέξει στον χρόνο αυτός ο δίσκος. Από γενιές που θα θέλουν να μάθουν τι έγινε στη Μικρασιατική Καταστροφή το ’22 και στην εισβολή στην Κύπρο το 1974. Ο χρόνος δείχνει τι αντέχει.

Παίζει ρόλο σε αυτό και το Ιντερνετ;

Ο καθοριστικός τρόπος. Υπάρχουν άλλοι τρόποι να ακουστούν τα τραγούδια. Το περιβάλλον αυτό τώρα χτίζεται και θέλει τον χρόνο του. Το μέλλον είναι αυτό όμως.

Κάτι τελευταίο: Ποιος ο στόχος σας, με τις παραστάσεις για τη Σμύρνη στο «Χαμάμ» του Γιώργου Χατζηγιάννη με γκεστ τον Δημήτρη Κοντογιάννη; (σ.σ. το Σάββατο στις 26 Φεβρουαρίου η 2η παράσταση).

Τον χώρο αυτόν τον έχω συνδέσει με τις μεγάλες αγάπες μου: το λαϊκό και το παραδοσιακό και αγαπώ τη ζεστασιά του χώρου αυτού. Το καλοκαίρι αυτό λόγω επετείου για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, πάμε με αυτό το ρεπερτόριο. Το αγαπάμε πολύ και με σεβασμό και το εμπλουτίζουμε. Εχουμε και αδέσποτα τραγούδια και συνθετών και ερμηνευτών με καταγωγή από εκεί. Τούντας, Ρόζα, Παπαγκίκα, Παγανά, Μαρίκα Πολίτισσα, Τσανάκας, πάρα πολλοί.