«Λευκοί άνδρες να σώζουν σκουρόχρωμες γυναίκες από σκουρόχρωμους άνδρες»: η φράση αυτή της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο τα δικαιώματα των γυναικών έχουν αποτελέσει τμήμα της δικαιολόγησης των πρακτικών της Δύσης απέναντι σε χώρες και παραδόσεις που θεωρήθηκαν ότι δεν κατορθώνουν να πετύχουν ορισμένα επίπεδα νεωτερικότητας.

Πιο πρόσφατα η Σάρα Φάρις πρόσφερε στο βιβλίο της «In the Name of Women’s Rights. The Rise of Femonationalism» (Duke University Press, 2017) μια ιδιαίτερα οξυδερκή ανάλυση αυτού που ορίζει ως «φεμοεθνικισμό» για να περιγράψει τον τρόπο που η Ακροδεξιά στη Δυτική Ευρώπη έχει χρησιμοποιήσει τα τελευταία χρόνια το ζήτημα της καταπίεσης των γυναικών για να δικαιολογήσει τις ισλαμοφοβικές και ρατσιστικές πολιτικές της. Δηλαδή, να παρουσιάσει τις αντιμεταναστευτικές και τις αντιπροσφυγικές πολιτικές στη βάση της ανάγκης να απελευθερωθούν οι μουσουλμάνες γυναίκες από την καταπίεση που υποτίθεται ότι υφίστανται από το Ισλάμ. Μάλιστα, η επίκληση των δικαιωμάτων των γυναικών απέναντι στο Ισλάμ μαζί με την αποδοχή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αποτέλεσαν βασικές πλευρές της προσπάθειας αυτών των ρευμάτων να διαμορφώσουν την εικόνα ότι ανήκουν στο πολιτικό «mainstream».

Το ζήτημα αυτό είχε έρθει έντονα στο προσκήνιο γύρω από το θέμα της απαγόρευσης της μαντίλας στο σχολείο. Παρότι παρουσιάστηκε ως γενική απαγόρευση όλων των ανοιχτά θρησκευτικών συμβόλων στο πλαίσιο του ανεξίθρησκου χαρακτήρα της εκπαίδευσης, η δημόσια συζήτηση σε μεγάλο βαθμό είχε να κάνει με το ότι η μαντίλα αποτελεί μια μορφή ειδικά γυναικείας καταπίεσης και με μια έννοια η απαγόρευσή της αποτελεί μια εκδοχή χειραφέτησης. Και αυτό παρότι εάν κανείς κοιτάξει π.χ. την πιο διάσημη αντιπαράθεση, αυτή που αφορούσε ένα λύκειο στην Ομπερβιλιέ το 2003, θα διαπιστώσει ότι η επιλογή δύο μαθητριών να φορέσουν μαντίλα αποτελούσε πολύ περισσότερο συνειδητή επιλογή παρά «υποταγή».

Γενικεύσεις

Ολα αυτά συνδυάζονται με τη συχνή υπογράμμιση, ρητή και άρρητη, ότι παρά τα προβλήματά της η Δύση είναι πιο προοδευμένη σε σχέση με τον μουσουλμανικό κόσμο. Υπογράμμιση που αποκτά χαρακτηριστικά γενίκευσης για το πώς το Ισλάμ είναι εξ ορισμού πιο συντηρητικό, καταπιεστικό και πατριαρχικό από ό,τι η Δύση, τοποθέτηση που συχνά συνδυάζεται με την άγνοια του πραγματικού εύρους των κοινωνικών πρακτικών και των πολιτισμικών παραδόσεων που καταγράφονται στον ευρύτερο μουσουλμανικό χώρο, όπως και του γεγονότος ότι πατριαρχικές ή καταπιεστικές για τις γυναίκες παραδόσεις υπάρχουν και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, ξεκινώντας από τις συντηρητικές εκδοχές χριστιανισμού, εβραϊσμού ή ινδουισμού.

Οσο για το επιχείρημα ότι όλα αυτά αποτελούν την έκφραση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στη νεωτερικότητα (ή τον εκσυγχρονισμό) και την «καθυστέρηση» ή τη διατήρηση «προνεωτερικών» στοιχείων, η επιστροφή της απήχησης ισχυρών «συνεκτικών» θρησκευτικών παραδόσεων αποτελεί ένα φαινόμενο της ύστερης νεωτερικότητας (και όχι κάποιας προνεωτερικής λογικής), κάτι που αποτυπώνεται και στον τρόπο που μπορεί να συνυπάρχει με την πλήρη ενσωμάτωση των αντίστοιχων κοινωνιών στα δίκτυα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (είτε μιλάμε για την αμερικανική Bible Belt είτε για τον Περσικό Κόλπο).

Το ζήτημα δεν είναι εάν υπάρχουν σε μουσουλμανικές κοινωνίες πατριαρχικές δομές και καταπιεστικές πρακτικές, αλλά ο τρόπος που αυτές παρουσιάζονται μέσα σε έναν πολιτικό λόγο (και συχνά μια αντίστοιχη πολιτική ή κρατική πρακτική) που στηρίζεται στην αντίληψη ότι είναι ευθύνη της Δύσης να «απελευθερώσει τις γυναίκες από το Ισλάμ». Γιατί τότε το υπαρκτό ερώτημα της γυναικείας καταπίεσης (που δεν περιορίζεται στο Ισλάμ) μετατρέπεται σε μια απόπειρα να δικαιολογηθεί μια πολιτική που απηχεί έναν συνδυασμό ανάμεσα στην αποικιακή λογική (που και αυτή, ας μην το ξεχνάμε, στηρίχτηκε στην αντίληψη του «εκπολιτιστικού» ρόλου της Δύσης) και σε όλες τις παραλλαγές του σύγχρονου ένοπλου «ανθρωπιστικού» παρεμβατισμού (αυτού που έδειξε τα όριά του στο Αφγανιστάν).

Ομως το κρίσιμο σημείο είναι ότι σε όλα αυτά οι ίδιες οι γυναίκες, τα πραγματικά θύματα των όποιων καταπιεστικών καταστάσεων, απλώς απουσιάζουν. Στον κύριο όγκο της σχετικής δημόσιας συζήτησης αναφέρονται απλώς ως θύματα. Οχι ως θύματα που αντιστέκονται και εξεγείρονται, αλλά ως θύματα που περιμένουν μια εξωτερική παρέμβαση, μια «σωτηρία» από τη μεριά της Δύσης, είτε στο επίπεδο των κρατικών πρακτικών (από τις νομοθετικές ρυθμίσεις μέχρι τις ένοπλες επεμβάσεις) είτε στο επίπεδο της διαμόρφωσης ενός κλίματος στη δημόσια σφαίρα, παραβλέποντας ότι αυτή η άρνηση να τους δοθεί χαρακτήρας υποκειμένου, να εξεταστεί το πώς και γιατί και των επιλογών και των αντιστάσεών τους, στην πραγματικότητα αναπαράγει μια υποτιμητική και σε τελική ανάλυση καταπιεστική οπτική, παραβλέποντας τελικά και ένα ολόκληρο φάσμα υπαρκτών ιθαγενών φεμινισμών.

«Χρειάζονται σωτηρία οι μουσουλμάνες;»

Με αυτόν τον προκλητικό τίτλο αρχικά σε άρθρο το 2002 και αργότερα σε ένα ομότιτλο βιβλίο το 2013 (στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ) η ανθρωπολόγος Lila Abu-Lughod περιέγραψε το πρόβλημα με την κυρίαρχη οπτική για την κατάσταση των γυναικών σε μουσουλμανικές κοινωνίες και το πώς αυτή χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει επεμβάσεις. Σκοπός της να δείξει πώς αντί για μια στερεοτυπική εικόνα είναι σημαντικότερο να δούμε πώς μπορούμε να έχουμε έναν δικαιότερο κόσμο.