Η Γωγώ Μπρέμπου ανεβαίνει φέτος στη σκηνή για να φέρει εις πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή.

Στην παράσταση «Μετά τον Βυσσινόκηπο» που παρουσιάζεται στο Θέατρο Γκλόρια Μικρό έως τις 31 Οκτωβρίου η Μπρέμπου θα υποδυθεί δύο σπουδαίες ηρωίδες.

Την Λιουμπόβ Αντρέϊεβνα του «Βυσσινόκηπου» και την Ανθή.

Μετά από μια παράσταση η Λιουπόβ συνδέει την ιστορία της με αυτή μιας πραγματικής γυναίκας, της Ανθής, που και εκείνη ξεριζώθηκε από τον  «βυσσινόκηπό» της, κάποια ιστορική στιγμή.

Μιλώντας για τη φρίκη των πολέμων, τη σημασία του να αποκτά κάποιος ρίζες, τη θέληση για επιβίωση και τη δύναμη της αγάπης, οι γυναίκες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, φαίνεται να είναι πρωταγωνίστριες σε αυτόν το μονόλογο.

Σε ένα σύγχρονο και ταυτόχρονα επιβλητικό εικαστικό περιβάλλον  οι δραματικές ιστορίες των δύο γυναικών, ακολουθούν τις πορείες τους που αρκετές φορές φαίνεται να συγκλίνουν κάτω από τα ίδια μουσικά ακούσματα .

Η Λιουμπόβ και η Ανθή, αποκτούν λόγο και προβάλλονται πάνω σε σώματα και, για 70 λεπτά, μοιράζονται μαζί μας τα συναισθήματα τους, για την Ρωσία που άφησαν πίσω τους.

Η Γωγώ Μπρέμπου μίλησε στο in.gr για αυτή το δύσκολο εγχείρημα.

Τι ενώνει τελικά την Ανθή με την Λιουμπόβ;

Ο κοινός τόπος. Η Ρωσία. Η Ανθή ήταν από τους Έλληνες που είχαν γεννηθεί στην Κριμαία. Η πολιτιστική της ταυτότητα ήταν τόσο ρωσική όσο και ελληνική. Ο ξερριζωμός τους από τον τόπο τους προκλήθηκε από λόγους που οι ίδιες δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Μπαίνοντας και οι δύο στο ποτάμι της ζωής πρέπει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις και να μείνουν ακέραιες. Στην καρδιά.

Τι κοινό έχουν με μια γυναίκα του σήμερα;

Νομίζω ότι αυτό είναι το στοίχημα για τις περισσότερες γυναίκες σήμερα. Παλεύοντας στην καθημερινότητα, αντιμετωπίζοντας προκλήσεις κοινωνικές, πολιτικές, συναισθηματικές οι γυναίκες προσπαθούν πολύ για αυτή την ακεραιότητα. Βέβαια, επειδή μιλάμε για θέατρο και όχι για λόγο στη Βουλή ή ντοκιμαντέρ, στόχος είναι με τον ερεθισμό της φαντασίας οι θεατές, άνδρες και γυναίκες, να κατανοήσουν την ευρύτερη έννοια του ξερριζωμού είτε αυτός είναι εσωτερικός, στο πεδίο των συναισθημάτων, είτε επιβεβλημένος βίαια από εξωτερικούς παράγοντες. Όπως στην περίπτωση των σημερινών προσφύγων.

Πως μπορεί κάποιος να ζει μακριά από την πατρίδα του;

Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Ειδικά όταν δεν μιλάμε για επιλογή. Αλλά ακόμα και τότε, η νοσταλγία -που είναι ελληνική λέξη- κυριαρχεί. Πιστεύω ότι ο τόπος διαμορφώνει τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Και δεν μιλάω για εθνικισμό. Όμως οι αναμνήσεις, το κλίμα, το περιβάλλον είναι αναπόσπαστα στοιχεία μιάς προσωπικότητας. Βλέπετε εγώ μιλάω για προσωπικότητες, μονάδες και όχι νούμερα μετακινούμενων πληθυσμών.

Πόσο κοντά στο δράμα που βιώνουν οι χιλιάδες πρόσφυγες σήμερα είναι το έργο;

Ενώ φαίνεται ότι η Λιουμπόβ Αντρέγιεβνα δεν είναι κατατρεγμένη και η Ανθή είναι μια και ο ξερριζωμός της έχει πολιτική χροιά, στην πραγματικότητα είναι η ίδια ανάγκη για να φύγουν που δεν έχουν διαμορφώσει οι ίδιες. Μιλάω δηλαδή για το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την καταστροφή. Δεν είναι ποτέ -κατά τη γνώμη μου- το θέμα του «εμείς» και οι «άλλοι». Με την έννοια του ότι εμείς έχουμε σταθερές δομές ζωής ενώ οι άλλοι έχουν την ετικέτα του κατετρεγμένου και του πρόσφυγα. Όλοι μπορεί να βρεθούμε σε αυτή τη θέση.

Έχουμε πιστέυεις συνηθίσει στην εικόνα ξεριζωμένων ανθρώπων που ζουν στη χωρά μας χωρίς να έχουν τίποτα;

Αυτό είναι κάτι που δεν συνηθίζεται. Αλοίμονο εάν κάποιος μπορούσε να γίνει τόσο σκληρός για να πει ότι συνηθίζει να βλέπει ανθρώπους που βρίσκονται σε έκτακτη, απόλυτη ή και παροδική ανάγκη χωρίς να προσπαθεί να βοηθήσει. Σε οιονδήποτε βαθμό μπορεί βέβαια ο καθένας.

Τι δυσκολίες έχει ένας μονόλογος;

Τη μοναξιά πάνω στη σκηνή που βέβαια δεν είναι ακριβώς μοναξιά διότι υπάρχει μια παράσταση-συνδυασμός κοινού και ηθοποιού. Από την άλλη, μού λείπουν πάντα τα μάτια, οι φωνές των συναδέλφων μου, όπου μαζί πάμε να δημιουργήσουμε ένα κοινό τόπο. Το ότι πρέπει να φτιάξω αυτόν τον τόπο μόνη -με την εξαιρετική βοήθεια του σκηνοθέτη και συγγραφέα Βασίλη Μυριανθόπουλου- είναι η πρόκληση.-