Γράφει η Μαρία Ραμματά*

Πολύ ορθά η Νέα Κυβέρνηση επιδίωξε την οριοθέτηση του Κυβερνητικού έργου μέσα από μία σειρά ρυθμίσεων για το «Επιτελικό Κράτος: Οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των Κυβερνητικών Οργάνων και της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης». Ορισμένοι προβληματισμοί για κάθε στοχαστή, διοικητικό επιστήμονα, θα φανούν εύλογοι και παρατίθενται παρακάτω.

 

Το εν λόγω σχέδιο νόμου αγγίζει θέματα προγενέστερων νομοθετικών πρωτοβουλιών και ειδικότερα των νόμων : Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α΄ 137, 26/07/1985), Ν. 1943/1991 «Εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, αναβάθμιση τον προσωπικού της και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄50, 11/04/1991), Ν. 3242/2004 «Ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους ΟΤΑ» (ΦΕΚ Α΄102, 24/05/2004), το ΠΔ υπ’αριθμ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα», Ν.4048/2012, «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης» (ΦΕΚ Α΄ 34, 23/02/2012), Ν. 4590/2019 «Ενδυνάμωση Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), με στόχο την ενίσχυση και αναβάθμιση Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α΄ 17, 07/02/2019), κ.ά..

Τα διακυβεύματα λοιπόν στο σχέδιο νόμου είναι μακροχρόνια και δισεπίλυτα : λειτουργία και αναδιάρθρωση του επιτελικού Κράτους, συντονισμός του κυβερνητικού έργου, κωδικοποίηση της νομοθεσίας, καλή νομοθέτηση, καθορισμός και παρακολούθηση της υλοποίησης των δημόσιων πολιτικών, προγραμματισμός ανθρώπινου δυναμικού, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, κ.ά.[1]. Λόγω της εξαιρετικής σημασίας των παραπάνω θεμάτων και μόνο, συνάγεται ότι η ψήφιση και περαιτέρω η υλοποίηση των διατάξεων του υπό συζήτηση σχεδίου νόμου, παρότι αναγκαία και προς τη σωστή κατεύθυνση, πριν ακόμη ενσωματωθεί στην έννομη και θεσμική τάξη θα συναντήσει αντιρρήσεις, αλλά κυρίως, μπορεί να προκαλέσει παράπλευρες μη επιθυμητές συνέπειες που δεν είναι δυνατόν μερικές φορές να προβλεφθούν. Δεν είναι εξ’άλλου υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η αναμόρφωση της πολύπαθης Ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελεί έναν κινούμενο στόχο για κάθε Κυβέρνηση και οι όποιες προσπάθειες καταβάλλονται, έστω και αποσπασματικά (Incrementally), κάτι αφήνουν από την μεταρρυθμιστική τους «αύρα» για το επόμενο μεταρρυθμιστικό βήμα.

Ακολουθούν ορισμένοι σχολιασμοί σε επιλεγμένα επιμέρους κύρια σημαία του εν λόγω σχεδίου νόμου (όπως κατατέθηκε στην πρώτη του εκδοχή).

Α) Στην πλειοψηφία των διατάξεων του σχεδίου νόμου προβλέπονται παρεμβάσεις που αφορούν το ανώτατο πολιτικοδιοικητικό επίπεδο της σύγχρονης διακυβέρνησης,[2]  ενώ η κύρια έμφαση δίδεται στο «Τι» αναμένεται να γίνει και περιορισμένη είναι η έμφαση στο «Πως» θα υλοποιηθούν οι υποσχέσεις αυτές χωρίς να εξαγγέλλονται οι εφαρμοστικές εγκύκλιοι ή Υπουργικές Αποφάσεις. Οι κυρίαρχες αλλαγές που αφορούν τα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια εντάσσονται σε μία προσπάθεια να προταχθεί ο στόχος για συνεκτική και συντονισμένη άσκηση του Κυβερνητικού έργου και να καμφθεί η μομφή ότι η κεντρική διοίκηση, αντί να ασκεί επιτελικά καθήκοντα, ασκεί ρόλο εκτελεστικό και παρόχου πληροφοριών, ενώ δεν αναθέτει τέτοιες αποστολές, είτε στα αποκεντρωμένα όργανα του Κράτους, είτε σε ΝΠΔΔ. Για τη μετάβαση από μία κεντρική διοίκηση που μέχρι τώρα υλοποιούσε και ενημέρωνε τους χρήστες, σε μία κεντρική διοίκηση που θα χαράσσει πολιτική, θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την υλοποίηση των διυπουργικών πολιτικών, θα δίνει εντολές, θα επιλύει συγκρούσεις και θα καθοδηγεί («steer than raw») απαιτούνται αρκετές από τις δεσμεύσεις που ήδη έχουν περιέλθει στις διατάξεις του υπό συζήτηση σχεδίου νόμου, όπως :

1) η νέα ενισχυμένη Προεδρία της Κυβέρνησης υπό τον Πρωθυπουργό (άρ. 21 και έπ.) με τη σύσταση μίας Ειδικής Γραμματείας και πέντε Γενικών Γραμματειών από τις οποίες προεξέχουσα θέση για τον συντονισμό των δημόσιων πολιτικών καταλαμβάνουν η ΓΓ Συντονισμού Εσωτερικών Πολιτικών και η ΓΓ Οικονομικών και Αναπτυξιακών πολιτικών (άρ. 26),

2) τα Συλλογικά Κυβερνητικά όργανα (άρ.6 και έπ.),

3) την Πολιτική Επιτροπή Παρακολούθησης Δημόσιων Πολιτικών (άρ. 55),

4) τον Υπηρεσιακό Γραμματέα Υπουργείου (άρ. 36), κ.ά..

 

Επιπλέον όμως ο συντονισμός συνδέεται άρρηκτα και με μία σειρά άλλων ρυθμίσεων που θα αγγίζουν τον κορμό και τις βασικές δομές των Υπουργείων που στο ως άνω σχέδιο νόμου δεν διαφαίνονται όσο θα αναμενόταν. Για παράδειγμα, σε όλο το κείμενο του σχεδίου νόμου γίνεται αναφορά στην άσκηση των δημόσιων πολιτικών και στον συντονισμό τους, όμως δεν είναι σαφές «πότε» και «πως» θα προσδιοριστούν οι πολιτικές αυτές ανά τομέα. Η ένταξη του νέου κλάδου «ΠΕ Αναλυτών δημόσιων πολιτικών» (άρ. 104) θα έχει ολοκληρωθεί σε βάθος τουλάχιστον τριετίας, ενώ αυτή καθ’εαυτή η ανάδειξη των δημόσιων πολιτικών είναι μία αναγνωρισμένη επίπονη διεργασία στην οποία πρέπει να μετέχουν ενεργά η ραχοκοκαλιά του Υπουργείου και η πολιτική-διοικητική ηγεσία του. Εν κατακλείδι, περισσότερο και από τη σύσταση νέων διοικητικών δομών ή ακόμη υπερδομών, πιο σημαντική κρίνεται η διαμόρφωση των «σκληρών» θέσεων ανά τομέα πολιτικής (απώτατα όρια κατά τη διαπραγμάτευση των δημόσιων πολιτικών), η αναγνώριση των συναρμοδιοτήτων ανά τομέα/υποτομέα πολιτικής και η εγκεκριμένη πρόταση ως προς το περιεχόμενο των εθνικών πολιτικών σε βάθος χρόνου.

Για μία ακόμη πιο οργανωμένη άσκηση του συντονισμού του κυβερνητικού έργου, στο άρ. 21 θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί η αντιπροσώπευση των Υπουργείων στην Προεδρία της Κυβέρνησης, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μπορεί να ασκείται εμπράκτως ο συντονιστικός ρόλος ανά τομέα πολιτικής διά των τομεακών εμπειρογνωμόνων που θα εκπροσωπούνται στην Προεδρία της Κυβέρνησης και όχι μόνο διά μέσω των Υπηρεσιών Συντονισμού του κάθε Υπουργείου που συνίστανται σε επίπεδο Δ/νσης ή των Γενικών και Ειδικών Γραμματειών της Προεδρίας.

Β) Προβλέπεται η αξιολόγηση του έργου των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων (άρ. 43) που αποτελεί μία θετική πρόταση με την οποία προτάσσεται η αποτελεσματικότητα του διοικητικού έργου ακόμη και στα πολιτικά πρόσωπα (Γενικοί Γραμματείς) εις βάρος ενδεχόμενων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Όταν προβλέπεται η συμβασιοποίηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει κάθε Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας όπου θα αποτυπώνονται περιοριστικά οι στόχοι και τα αποτελέσματα που θα πρέπει να κομίσει με την ολοκλήρωση ενός έτους θητείας γίνεται αισθητή η απουσία αναφοράς στη μεσαία κρίσιμη μάζα εργαζομένων και στο έργο τους. Όμως, τα αποτελέσματα του έργου των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων θα φανούν μόνο μετά από συστηματική συνεργασία με τις διοικητικές υπηρεσίες. Αφενός, δίδεται ένα εξαιρετικά ανελαστικό και μη ρεαλιστικό εν πολλοίς χρονοδιάγραμμα του ενός έτους όπου ο νέος Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας  θα πρέπει να ολοκληρώσει τους στόχους του, όταν γνωρίζουμε ότι δύσκολα κάποιο έργο σχεδιάζεται και ολοκληρώνεται σε ένα έτος[3]. Αφετέρου δε, όσο δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι προγραμματισμένες εργασίες σε επίπεδο υπηρεσιών του Υπουργείου (μέσα από μία συναινετική διαδικασία), τόσο περιορίζεται ο εκάστοτε Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας στην αποστολή του. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποβαθμίζεται ο καθορισμός των προγραμματισμένων στόχων και δράσεων των υπηρεσιών ο οποίος θα πρέπει να προηγείται αυτών του Γενικού Γραμματέα.

Γ) Πριν λίγους μήνες ψηφίσθηκε ο νόμος 4590/2019, (ΦΕΚ 17 Α΄, 07/02/2019) «Ενδυνάμωση Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), με στόχο την ενίσχυση και αναβάθμιση Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις» ο οποίος εισήγαγε τον πολυετή προγραμματισμό ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης και συμπεριέλαβε διαφορετικά ορόσημα από αυτά που εντάσσονται στο άρ. 51 «Ετήσιος Προγραμματισμός ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης» του υπό συζήτηση σχεδίου νόμου. Έτσι στο Ν. 4590 καθιερωνόταν ένα σύστημα πολυετούς στρατηγικού σχεδιασμού των προσλήψεων για το τακτικό και το εποχικό προσωπικό του κάθε φορέα σε εναρμόνιση με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό από τον οποίο εκπορεύονταν και ο ετήσιος προγραμματισμός. Εκεί οριζόταν ότι μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ενώ στο ως άνω σχέδιο νόμου καθορίζεται ο μήνας Ιούλιος), τα αρμόδια Υπουργεία με βάση τον πολυετή προγραμματισμό τους θα πρέπει να καταρτίσουν για το επόμενο έτος, καταστάσεις με το τακτικό και εποχικό προσωπικό που αιτούνται να εγκριθεί για πρόσληψη, ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα και να τις καταθέσουν στο τ. Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Στο υπό συζήτηση σχέδιο νόμου οι ετήσιες προβλέψεις δεν εντάσσονται σε πολυετή προγραμματισμό και κατατίθενται στο αρμόδιο για θέματα δημόσιας διοίκησης Υπουργείο το οποίο τις διαβιβάζει στην Προεδρία της Κυβέρνησης συνοδευόμενες από συνοπτική έκθεση τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας (άρ. 51, & 6). Οι κατ’ουσίαν προυποθέσεις του προγραμματισμού του ανθρώπινου δυναμικού παραμένουν όμοιες, απλά διαφοροποιούνται οι επισημάνσεις, οι ενδιάμεσοι θεσμοί και τα ορόσημα. Όμως και εδώ, ενώ το ζήτημα επί της ουσίας παραμένει ίδιο και ορθά προβλεπόμενο, εξακολουθεί να υφίσταται ο ίδιος προβληματισμός σχετικά με τους λόγους που υπαγόρευσαν την ηγεσία να απαιτήσει από τις υπηρεσίες να προβούν στο εξής μόνο σε ετήσιο προγραμματισμό και σε διαφορετικούς μήνες του έτους. Οι αλλεπάλληλες μεταβολές στις νομοθετικές ρυθμίσεις του ίδιου πεδίου – πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι..- επιφέρουν ανασφάλεια δικαίου, επηρεάζουν το ηθικό και ενισχύουν την έλλειψη επαγγελματισμού του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Οι παραπάνω πρόνοιες ως προς την πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό της δημόσιας διοίκησης ευνοούνται υπό το πρίσμα μίας σταθερής προοπτικής υλοποίησης των προγραμματισμένων δημόσιων πολιτικών και χωρίς την παρεμβολή απρόβλεπτων επειγουσών ή εξαιρετικού χαρακτήρα καταστάσεων (π.χ. διαχείριση μεταναστευτικών ρευμάτων ως συνέπεια εμπόλεμης κατάστασης, κ.ά.). Όμως το εξωτερικό περιβάλλον, εθνικό και διεθνές, παρουσιάζει εξαιρετική ευμεταβλητότητα (έχει τα χαρακτηριστικά της : Μεταβλητότητας, Αβεβαιότητας, Πολυπλοκότητας Ασάφειας – V.U.C.A. – Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity) με συνέπεια να είναι αδύνατον να προβλεφθούν όλες, και ειδικά οι εξαιρετικές-επείγουσες ανάγκες, σε ανθρώπινο δυναμικό. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης προέβλεψε και μία εκτός του πλαισίου διαδικασία (άρ. 51 & 9) με βάση την οποία και μόνο κατ’ εξαίρεση, «Προσλήψεις τακτικού και εποχικού προσωπικού που δεν έχουν ενταχθεί στον ετήσιο προγραμματισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εγκρίνονται από Ειδική Επιτροπή που συστήνεται για το σκοπό αυτό από τον αρμόδιο για τη δημόσια διοίκηση Υπουργό και τον αρμόδιο για θέματα προυπολογισμού Υπουργό εφόσον : 1) έχουν όλως έκτακτο και κατεπείγοντα χαρακτήρα, 2) υπάρχουν οι διαθέσιμες πιστώσεις και 3) συνοδεύονται από ειδικά αιτιολογημένο αίτημα του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού». Ίδιες προβλέψεις υπήρχαν και στον προηγούμενο νόμο (όπου προβλεπόταν η έκδοση Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ)). Θα μπορούσε κανείς να ασκήσει κριτική ως προς την αντιφατική πρόβλεψη να συμπεριλαμβάνεται στην επείγουσα και κατ’εξαίρεση διαδικασία στελέχωσης και η πρόσληψη του τακτικού προσωπικού το οποίο καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Δηλ. μπορεί να ερωτηθεί κανείς πώς τεκμαίρεται ότι μία κατεπείγουσα ανάγκη για κάλυψη θέσης εργασίας η οποία έχει ανακύψει λόγω έκτακτων συνθηκών, θα έχει διάρκεια στο χρόνο και θα είναι η αφετηρία για άμεση εκκίνηση μίας διαδικασίας πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (η ίδια πρόνοια υπήρχε και στο προηγούμενο νομοθέτημα). Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει κατά πόσο τελικά ο προγραμματισμός θα ξεπεραστεί από τις έκτακτες και επείγουσες ανάγκες σε προσωπικό.

Δ) Ως προς την πρόνοια περί κατάργησης Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου της δημόσιας διοίκησης (άρ. 82, & 4, ενδεικτικά αναφέρονται : Κατάργηση του Σώματος Ελεγκτών-Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.), του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητού Δημόσιας Διοίκησης, του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.), κ.ά.) που είχαν ενσωματωθεί και αναγνωριστεί πολιτικο-θεσμικά στη λειτουργία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης είναι μία πρωτοβουλία που δεν μπορεί να χαιρετισθεί θετικά. Απότομες αλλαγές με επιπτώσεις, τόσο σε επίπεδο δομολειτουργικό, όσο και για το ανθρώπινο δυναμικό συναντούν εξαιρετικές δυσκολίες ενσωμάτωσης, ενώ μικρές και σταδιακές αλλαγές γίνονται ευκολότερα αποδεκτές. Η πολυσπερμία ελεγκτικών Σωμάτων και η αναγνώριση της παράλληλης αυτής διοίκησης είναι γεγονός, όμως χρειάζονται πιο προσεκτικοί χειρισμοί κατά την μεταρρύθμισή τους και σίγουρα μέσα σε αυτούς θα πρέπει να περιλαμβάνεται και η διαβούλευση σε διμερές επίπεδο με καθεμία ελεγκτική υπηρεσία, γεγονός που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την σύντομη Κοινοβουλευτική διαδικασία διαβούλευσης

Η κατάθεση του εν λόγω σχεδίου νόμου αποτελεί μία εξαιρετικά θετική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για μία καλύτερη απόδοση στο δημόσιο τομέα. Μία σειρά άλλων πρωτοβουλιών απαιτούνται περαιτέρω ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι θα πραγματοποιηθούν ολιστικές προσπάθειες (whole of the government) μεταρρύθμισης, όπως για το ανθρώπινο δυναμικό, τα κίνητρα, την αξιολόγηση προσωπικού, την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, την μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

——————–

[1] Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι για άλλη μια φορά ο Νομοθέτης επιχειρεί το πέρασμα από το «τίποτε», στο «όλα», χωρίς να αφιερώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για την καλύτερη μελέτη, σχεδιασμό και τη σταδιακή ενσωμάτωση των επιχειρούμενων αλλαγών. Βελτιώσεις επιχειρείται να γίνουν μέσα από τον ευρύτερο κοινοβουλευτικό διάλογο με τους κοινωνικούς φορείς που πραγματοποιήθηκε 29-31/07/2019. Η θεσμοθετημένη διαβούλευση του σχεδίου νόμου που γίνεται σε επίπεδο νομοθετικού οργάνου προτείνεται να είχε πραγματοποιηθεί σε επίπεδο εκτελεστικής εξουσίας, κατά τη διαμόρφωση δηλ. του κατατεθέντος σχεδίου νόμου και ο δημοκρατικός διάλογος και η λογοδοσία να μην εναποτίθενται μόνο στο επίπεδο του Εθνικού Κοινοβουλίου. Η πρακτική αυτή εξ’άλλου διά νομοθεσίας εφαρμόζεται στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες (δηλ. διαβούλευση κατά την εκκόλαψη του νομοσχεδίου σε Υπουργικό επίπεδο και σε δεύτερο στάδιο σε επίπεδο Κοινοβουλίου), καθώς και στην Αμερική και στον Καναδά.

[2] Ενδεικτικά παρατίθενται οι τίτλοι των Μερών και των Κεφαλαίων τους : Μέρος Α’ Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα : Κεφ. Α’ Υπουργικό Συμβούλιο, Κεφ. Β’ Συλλογικά Κυβερνητικά Όργανα, Κεφ. Γ’ Μέλη της Κυβέρνησης και Υφυπουργοί, Μέρος Β’ Οργάνωση της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης : Κεφ. Α΄ Γενικές Διατάξεις, Κεφ. Β’ Προεδρία της Κυβέρνησης, Κεφ. Γ’ Υπουργεία, Κεφ. Δ’ Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς, Κεφ. Ε’ Ιδιαίτερα Γραφεία και συνεργάτες μελών της Κυβέρνησης, Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων, Μέρος Γ’ Λειτουργία του Επιτελικού Κράτους :  Κεφ. Α΄ Προγραμματισμός του Κυβερνητικού Έργου, Κεφ. Β’ Παρακολούθηση εφαρμογής του Κυβερνητικού Έργου, Κεφ. Γ’ Νομοπαρασκευαστική Διαδικασία και Καλή Νομοθέτηση, Κεφ. Γ’ Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση Δικαίου, Μέρος Δ’ Διαφάνεια και Ακεραιότητα : Κεφ. Α΄ Κωλύματα Ασυμβίβαστα και κανόνες αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της Κυβέρνησης, των Υφυπουργών, των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων, των οργάνωση διοίκησης του δημοσίου τομέα και των μετακλητών υπαλλήλων, Κεφ. Β΄ Πρόσβαση στα αρχεία του Πρωθυπουργού, Υπουργών και Υφυπουργών, Κεφ. Γ΄ Σύσταση Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, Μέρος Ε΄ Διατάξεις για το Ανθρώπινο Δυναμικό Κεφ. Α΄ Σύσταση Ειδικών Κλάδων, Κεφ. Β΄ Ενδυνάμωση Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, Μέρος ΣΤ΄ Μεταβατικές Διατάξεις.

[3] Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ακόμη και στη Δανία ή στη Μ. Βρετανία που χρησιμοποιείται αυτό το εργαλείο αξιολόγησης υψηλόβαθμων στελεχών ή και Υπουργών, εδώ και δεκαετίες, δίδεται μεγαλύτερο εύρος χρόνου (3ετία ή 2ετία), ενώ στην πιο σκληρή του εκδοχή αναγνωρίζεται η ετήσια σύμβαση με τα στελέχη. Η οποία και υλοποιείται σε αυτές τις χώρες, δηλ. θα απολυθεί ο ΓΓ που δεν «έπιασε» τους στόχους του και δεν θα συγκαλυφθούν δεδομένα.

 

* Ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας σε θέματα δημόσιας διοίκησης, Phd Παν/μίου Σορβόννης, Paris I, Απόφοιτος της Εcole Νationale d’Αdministration (ENA), Διδάσκουσα στο Παν/μιο Μακεδονίας, στο Ε.Α.Π., στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α.