Η σφαγή της οικογένειας Χρυσαφίδη αποτελεί το πιο άγριο έγκλμα της μεταπολίτευσης και δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Επρόκειτο για μακελειό, αφού νεκροί και κατακρεουργημένοι βρέθηκαν ο Μιχάλης Χρυσαφίδης, η σύζυγός του Ελίζαμπεθ και τα δύο τους έφηβα παιδιά, ο Γιώργος και ο Μιχάλης. Οι υποψίες έπεσαν στον μπάτλερ του σπιτιού, χωρίς όμως να του αποδοθούν επίσημες κατηγορίες.

Η τελευταία φορά που τους είδαν ζωντανούς ήταν το βράδυ της 17ης Ιουνίου του 1991, όταν η Αγγελική Παπαλεξανδράτου, οικογενειακή φίλη, τους επισκέφτηκε στο σπίτι τους στην Εκάλη. Γύρω στα μεσάνυχτα η κ. Παπαλεξανδράτου αποχώρησε. Το επόμενο πρωί συνεργάτες του Χρυσαφίδη από το εργοστάσιο που διοικούσε, τηλεφώνησαν στο σπίτι του. Το σήκωσε ο 28χρονος Πρασέρτ Σερτσουασάνα, ο ταϊλανδικής καταγωγής μπάτλερ και ενημέρωσε ότι η οικογένεια έλειπε σε διακοπές μέχρι τις 28 Ιουνίου. Το ίδιο είπε και στον κηπουρό.

Στις 19 Ιουνίου η Ουαζίτα, σύζυγος του 28χρονου, επισκέφθηκε τη μητέρα του, Κάνυα, στο σπίτι του Αιγύπτιου πρέσβη, στο οποίο και εργαζόταν. Της είπε πως επείγει να ταξιδέψει στην Ταύλάνδη για να επισκεφτεί τον βαριά άρρωστο πατέρα της. Αγόρασαν στο όνομα της μητέρας δύο εισιτήρια, αλλά αργότερα μέσα στην ημέρα αποκαλύφθηκε πως ο πατέρας της συζύγου έχαιρε άκρας υγείας. Μυστηριωδώς αγοράστηκαν ακόμα δύο εισιτήρια για Μπανγκόγκ, για την Κάνυα και την αδερφή της. Στις 21 Ιουνίου έφυγαν οικογενειακώς για Ταϋλάνδη. Στην βίλα βρέθηκε ένα χειρόγραφο σημείωμα που έλεγε ότι η οικογένεια θα επιστρέψει στις 26 του μήνα.

Ωστόσο, στι 24 Ιουνίου τρεις άντρες, ο ανιψιός του Χρτυσαφίδη Αλέξανδρος Μακρίδης, ο γείτονας της οικογένειας Βασίλης Σαλαπάτας και ο διευθυντής πωλήσεων του εργοστασίου Αντώνης Γεωργιάδης, συναντήθηκαν έξω από την βίλα. Με την βοήθεια κλειδαρά μπήκαν στο σπίτι και ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φρικιαστικό θέαμα.

Τα πτώματα εντοπίστηκαν στο υπόγειο, σε τρία διαφορετικά δωμάτια. Πρώτος βρέθηκε ο 16χρονος γιος της οικογένειας, Μιχάλης. Ήταν φιμωμένος και δεμένος χειροπόδαρα. Τον είχαν ξυλοκοπήσει άγρια, τα κόκκαλά του ήταν σπασμένα και τον είχαν αποτελειώσει με βαριοπούλα. Ακριβώς στο διπλανόν δωμάτιο, ήταν νεκροί ο αδερφός του, Γιώργος και ο πατέρας του. Στο τρίτο δωμάτιο βρισκόταν η μητέρα, Ελίζαμπεθ, ντυμένη μεν αλλά χωρίς εσώρουχο, κάνοντας τις αρχές να θεωρήσουν ότι υπέστη βιασμό. Από την ιατροδικαστική εξέταση προέκυψε πως οι δολοφονίες έγιναν βαθμιαία. Πρώτα πέθαναν τα παιδιά στις 20 Ιουνίου, έπειτα ο πατέρας στις 21 και τελευταία η μητέρα στις 23, αφότου, δηλαδή, ο βασικό ύποπτος, ο μπάτλερ της οικογένειας, είχε εγκαταλείψει την χώρα.

Όλοι τους είχαν κακοποιηθεί άγρια πριν τις δολοφονίε,ς οι οποίες έγιναν με βαριοπούλα, σκεπάρνι και τσεκούρι. Από το χρηματοκιβώτιο έλειπαν τα χρήματα και ορισμένα κοσμήματα, αλλά δεν είχε αδειάσει.

Ποιος ήταν ο Πρασέρτ Σερτουσουάνα

Ο βασικός ύποπτος για τις δολοφονίες ήταν ο μπάτλερ  Πρασέρτ Σερτουσουάνα. Γεννήθηκε στην Μπανγκόγκ και ζούσε πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Για την οικογένεια Χρυσαφίδη δούλευε από το 1989, έμενε σε δικό του δωμάτιο και θεωρούταν μέλος της οικογένειας. Περιγράφηκε ως ένας ευγενικός, χαμογελαστός άντρας που μάλιστα είχε παντρευτεί μόλις 2 μήνες πριν τις δολοφονίες.

Οι ισχυροί δεσμοί με την οικογένεια και το προφίλ του μπάτλερ οδηγούν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα: Γιατί να διαπράξει ένα τέτοιο έγκλημα και αν το έκανε, μήπως τον ανάγκασε κάποιος;

Η ελληνική αστυνομία ζήτησε την έκδοση του Σερτουσουάνα, αλλά οι ταϋλανδικές αρχές απέρριψαν το αίτημα. Οι έρευνες δεν οδήγησαν σε κανένα συμπέρασμα, αν και οι υποψίες για την ύπαρξη συνεργού ήταν έντονες, αφού η Ελίζαμπεθ Χρυσαφίδη πέθανε αφότου ο Σερτουσουάνα είχε φύγει από την χώρα.

Οι αρχές είχαν προβληματιστεί και λόγω της χειρόγραφης διαθήκης του Χρυσαφίδη. Όριζε πως αν πέθαινε ο ίδιος και όλα τα μέλη της οικογένειάς του, η περιουσία του θα περνούσε στον ανιψιό του.

Ωστόσο, η αστυνομική έρευνα δεν κατέληξε πουθενά και πέραν του μπάτλερ, δεν βρέθηκε κανένας άλλος ύποπτος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο