Τριάντα τρία χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη συμμετοχή της Ελλάδας στις Ευρωεκλογές. Στις 25 Μαΐου οι ψηφοφόροι καλούνται για όγδοη φορά στις κάλπες για να αναδείξουν τους εκπροσώπους τους στο Ευρωκοινοβούλιο και μένει να φανεί εάν και αυτή τη φορά θα μείνουν πιστοί στην «παράδοση» της αποχής.

Κοινή παραδοχή, όμως, είναι ότι οι φετινές Ευρωεκλογές διεξάγονται σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό κλίμα. Η κρίση, που στις προηγούμενες Ευρωεκλογές (2009) ήταν στην αυλόπορτα του σπιτιού μας, τώρα όχι απλώς μας έχει χτυπήσει το κουδούνι, αλλά έχει στρογγυλοκαθίσει στο σαλόνι μας…

Τίποτα δεν είναι το ίδιο σε σχέση με τις προηγούμενες αναμετρήσεις. Η ανεργία βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ, οι φόροι, τα χαράτσια και οι περικοπές αποδοχών πνίγουν μισθωτούς και συνταξιούχους και οι εργασιακές σχέσεις έχουν ανατραπεί σε βαθμό που κανείς δεν φανταζόταν πριν από μερικά χρόνια.

Επιπλέον, οι νεοπροσβλαμβανόμενοι στον ιδιωτικό τομέα λαμβάνουν μισθούς-επιμίσθια, οι επιχειρήσεις αιμορραγούν, αφού η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών έχει πιάσει πάτο, στον άλλοτε ιδεατό κόσμο του Δημοσίου η λέξη «διαθεσιμότητα» κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των υπαλλήλων, ενώ βαριά «ασθενείς» από την κρίση είναι οι τομείς της παιδείας και της υγείας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, και για πρώτη φορά στα χρονικά της Ελλάδας, το ελληνικό Κοινοβούλιο έχει στα έδρανά του ακροδεξιούς βουλευτές. Είναι, δε, ορατό το ενδεχόμενο το ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής να εκλέξει και ευρωβουλευτές.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει πως τα δύσκολα είναι πίσω μας, ότι η χώρα κοιτάει στα μάτια την εποχή της ανάπτυξης και πως οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο. Το πρωτογενές πλεόνασμα αποδεικνύει του λόγου το αληθές, διαμηνύει. Η αντιπολίτευση, ωστόσο, επιμένει ότι όσο συνεχίζεται η πολιτική των μνημονίων ο λαός θα υποφέρει και καλεί τους ψηφοφόρους να καταδικάσουν μέσω της κάλπης τα κόμματα της συγκυβέρνησης, τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.

Ο λόγος ανήκει στους πολίτες. Θα προσέλθουν στις κάλπες για να επιλέξουν το κόμμα που θεωρούν ότι θα τους εκπροσωπήσει καλύτερα στην Ευρωβουλή, θα ψηφίσουν για να καταδικάσουν το «εδώ» πολιτικό σύστημα ή θα επιλέξουν την αποχή ως μορφή διαμαρτυρίας;

Τα στοιχεία από τις προηγούμενες Ευρωεκλογές δείχνουν ότι η συμμετοχή χάνει συνεχώς έδαφος. Το 2009 καταγράφηκε το χαμηλότερο ποσοστό: 52,54%. Το 2004 ήταν 63,22%.

Πέντε χρόνια πριν, το 1999, πριν η χώρα αποχαιρετίσει τον 20ό αιώνα και καλωσορίσει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ποσοστό συμμετοχής ήταν 70,25%, ενώ το 1994 έφτασε στο 73,18%.

Το 1989, εν μέσω καταιγιστικών πολιτικών εξελίξεων, το ποσοστό έφτασε στο 80,03%. Στα περίπου ίδια επίπεδα, στο 80,59%, ήταν το 1984.

Το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφηκε το 1981, τη χρονιά που Έλληνες ψήφισαν για πρώτη φορά στις Ευρωεκλογές, αλλά ταυτόχρονα ψήφιζαν και για τις βουλευτικές εκλογές. Γι’ αυτό και το ποσοστό-ρεκόρ συμμετοχής (81,48%) αποδείχθηκε πως δεν είναι αντιπροσωπευτικό.

Στις 25 Μαΐου οι Ευρωεκλογές συμπίπτουν με τον β’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Η επιλογή της κυβέρνησης να στηθούν διπλές κάλπες ενδεχομένως να επηρεάσει όχι μόνο το ποσοστό συμμετοχής, αλλά και το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης.


Άννα Ανδίρα

 

 

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ