Η σημερινή νυχτερινή επίθεση στην περιφέρεια του Κιέβου επανέφερε στο προσκήνιο τον ρωσικό πύραυλο Ορέσνικ. Το οπτικοακουστικό υλικό που κυκλοφόρησε τα ξημερώματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβεβαίωσε εκ νέου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος.
Παρότι η πρότερη χρήση του είχε ήδη εξοικειώσει τους αναλυτές με τη συμπεριφορά του, η καταγραφή των πληγμάτων εξακολουθεί να παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον για τη μελέτη των τεχνολογιών του σύγχρονου πολέμου. Στα σχετικά στιγμιότυπα, η εικόνα αποκλίνει αισθητά από αυτή των συμβατικών εκρήξεων.
Φωτεινές τροχιές διασχίζουν τον νυχτερινό ουρανό, όμως κατά την πρόσκρουση στο έδαφος η φωτεινότητα εξαλείφεται ακαριαία, χωρίς να ακολουθεί διάχυση φωτός στον περιβάλλοντα χώρο. Απουσιάζουν οι χαρακτηριστικές εκτυφλωτικές λάμψεις, οι πύρινες σφαίρες και τα γνώριμα νέφη καπνού.
Επιπλέον, το ηχητικό αποτύπωμα των πληγμάτων ήταν εξαιρετικά χαμηλό και υπόκωφο, προσομοιάζοντας περισσότερο σε ισχυρή εδαφική δόνηση παρά σε τυπική έκρηξη.
Βίντεο:
Η εξήγηση για αυτά τα ασυνήθιστα φαινόμενα δεν οφείλεται σε κάποια τεχνική αστοχία, αλλά εδράζεται στις αρχές της Φυσικής και στον μηχανισμό με τον οποίο το σύστημα μετατρέπει την ταχύτητα σε καταστροφική ισχύ.
Η επιστήμη πίσω από το κινητικό πλήγμα
Ο καθοριστικός παράγοντας για την απουσία ανάφλεξης και συμβατικής έκρηξης είναι η φύση της πολεμικής κεφαλής.
Σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών αμυντικών ινστιτούτων και πηγών ανοιχτής πληροφόρησης (OSINT), ο πύραυλος Ορέσνικ φέρει «αδρανείς» (inert) κινητικές υποκεφαλές. Συνεπώς, οι πολλαπλοί κώνοι επανεισόδου (MIRV) δεν περιέχουν χημικές εκρηκτικές ύλες, όπως η πυρίτιδα ή το TNT, αλλά κατασκευάζονται από συμπαγή υλικά υψηλής πυκνότητας.
Η καταστροφή του στόχου επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της μεταφοράς κινητικής ενέργειας. Πρόκειται για ένα βαλλιστικό σύστημα που αναπτύσσει υπερηχητικές ταχύτητες, με τις κεφαλές του να εισέρχονται στην ατμόσφαιρα με Mach 10 έως Mach 11 (άνω των 12.000 χλμ/ώρα).
Βάσει των αρχών της μηχανικής, η κινητική ενέργεια αυξάνεται ανάλογα με το τετράγωνο της ταχύτητας (Eₖ = ½ m v²). Κατά την πρόσκρουση ενός αντικειμένου εκατοντάδων κιλών με ταχύτητα Mach 10, η ορμή του μετατρέπεται ακαριαία σε τεράστια ποσά μηχανικής ενέργειας.
Το παραγόμενο έργο είναι τόσο μεγάλο που το αποτέλεσμά του ισοδυναμεί με την πυροδότηση τόνων συμβατικών εκρηκτικών, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει χώρα οποιαδήποτε χημική αντίδραση.
Η απουσία θερμικών και οπτικών φαινομένων
Η απουσία λάμψης κατά την πρόσκρουση εξηγείται, πολύ απλά, από την έλλειψη εύφλεκτων υλικών. Ενώ στις επιθέσεις με συμβατικούς πυραύλους ή μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) τα οπτικά φαινόμενα προκαλούνται από την ανάφλεξη της γόμωσης και των υπολειμμάτων καυσίμου, στις κινητικές κεφαλές του Ορέσνικ αυτή η διαδικασία δεν υφίσταται.
Η φωτεινή ένδειξη που παρατηρείται στον ουρανό ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από την πρόσκρουση —δίνοντας την οπτική εντύπωση βροχής μετεωριτών— οφείλεται στον ιονισμό του αέρα (plasma ionization). Η ακραία αεροδυναμική τριβή κατά την υπερηχητική πτήση αναπτύσσει θερμοκρασίες χιλιάδων βαθμών Κελσίου, προκαλώντας την πυράκτωση του μετάλλου.
Ωστόσο, με τη διείσδυση του βλήματος στο έδαφος, αυτή η πηγή θερμότητας εγκλωβίζεται ακαριαία κάτω από την επιφάνεια. Ως αποτέλεσμα, η ορατή ακτινοβολία διακόπτεται απότομα, χωρίς να ακολουθεί ανάφλεξη στον περιβάλλοντα χώρο.
Η μηχανική του υπόκωφου ήχου
Το δεύτερο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αφορά τη χαμηλή ένταση του παραγόμενου ήχου, η οποία ερμηνεύεται μέσω δύο διαφορετικών μηχανισμών της ακουστικής και της μηχανικής των υλικών:
Υπερηχητική προσέγγιση: Επειδή οι κεφαλές κινούνται με ταχύτητες πολλαπλάσιες της ταχύτητας του ήχου, προσεγγίζουν τον στόχο πολύ πριν το ηχητικό τους κύμα προλάβει να διαδοθεί στον αέρα και να καταγραφεί από τους ανθρώπους ή τους αισθητήρες.
Υδροδυναμική ρευστοποίηση: Εξαιτίας της ακραίας κινητικής ενέργειας, τα βλήματα λειτουργούν ως διατρητικά οχυρώσεων (bunker busters). Κατά την πρόσκρουση, οι αναπτυσσόμενες πιέσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια αντοχής των υλικών, αναγκάζοντας το σκυρόδεμα, τον χάλυβα και το έδαφος να συμπεριφερθούν στιγμιαία ως ρευστά.
Το βλήμα, αντί να εκτονωθεί στην επιφάνεια, εισχωρεί σε μεγάλο βάθος εντός του εδάφους και των θεμελίων. Καθώς η απελευθέρωση της ενέργειας συντελείται βαθιά κάτω από την επιφάνεια, ο κύριος όγκος του ακουστικού και του ωστικού κύματος απορροφάται από το ίδιο το έδαφος, αντί να διαδοθεί ελεύθερα στην ατμόσφαιρα.
Ο ήχος που φτάνει στην επιφάνεια είναι εξασθενημένος, προσδίδοντας στο πλήγμα τα χαρακτηριστικά μιας υπόγειας σεισμικής καταστροφής που πλήττει τον πυρήνα των υποδομών.
Η οικονομική διάσταση του συστήματος
Η χρήση του εν λόγω συστήματος αναδεικνύει επιπλέον την οικονομική διάσταση των επιχειρήσεων, καθώς ο Ορέσνικ συνιστά ένα από τα πλέον δαπανηρά συστήματα του ρωσικού οπλοστασίου. Παρότι τα ακριβή οικονομικά δεδομένα παραμένουν διαβαθμισμένα, διεθνείς δεξαμενές σκέψης και υπηρεσίες πληροφοριών έχουν προχωρήσει σε εκτιμήσεις:
Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D): Σύμφωνα με επίσημες τοποθετήσεις, η ανάπτυξη του προγράμματος ανήλθε σε περίπου 20 δισεκατομμύρια ρούβλια (240 – 280 εκατ. δολάρια). Το ποσό αυτό κρίνεται συγκρατημένο για τα δεδομένα των υπερηχητικών όπλων, καθώς ο Ορέσνικ βασίστηκε σε εκτεταμένη αναβάθμιση του υφιστάμενου βαλλιστικού πυραύλου RS-26 Rubezh.
Κόστος ανά μονάδα (per unit cost): Εκτιμάται γενικά μεταξύ 30 και 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Ορισμένες αναλύσεις, ωστόσο, συνυπολογίζοντας τα υλικά υψηλής τεχνολογίας και τα πολύπλοκα συστήματα MIRV, ανεβάζουν το κόστος εκτόξευσης σε επίπεδα που αγγίζουν ή ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια δολάρια ανά βλήμα.
Για την καλύτερη κατανόηση της κλίμακας, παρατίθεται μια ενδεικτική σύγκριση με άλλα ευρέως χρησιμοποιούμενα ρωσικά συστήματα:
Αυτή η αναλογία κόστους επιβεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο σύστημα δεν προορίζεται για μαζική ή καθημερινή επιχειρησιακή χρήση, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν οικονομικά μη βιώσιμο. Η ενεργοποίησή του τα ξημερώματα εντάσσεται στο πλαίσιο συγκεκριμένων στρατηγικών αντιποίνων.
Καθίσταται σαφές, επομένως, ότι η απουσία συμβατικών εκρήξεων και οι εξασθενημένοι ήχοι δεν αποτελούν ενδείξεις μειωμένης ισχύος, αλλά το τεχνολογικό αποτύπωμα της υπερηχητικής φυσικής στην πλέον καταστροφική της μορφή.