Επιστολή Σαρίνας Σαλτιέλ,

17 Μαρτίου 1943

Αγαπημένο μου παιδί,

Σου γράφω αυτές τις γραμμές με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και την καρδιά παγωμένη από τον τρόμο.

Είναι πάνω από 2 μήνες που αντέχουμε μια αγωνία που αργά και προοδευτικά μεγαλώνει, δουλειά έμπειρου σαδιστή. Δεν μπορώ να σου περιγράψω αυτή την περίοδο χωρίς να σε κάνω να υποφέρεις. Εδώ και 2 χρόνια δεν κάνω άλλο από το να μετακομίζω και με όλη την αγωνία τού να γνωρίζω κάθε στιγμή πως δεν υπάρχει αποκούμπι. Ωστόσο έκανα υπομονή αφού τουλάχιστον μέναμε στην πατρίδα μας.

Αυτή την τελευταία φορά μάς συγκέντρωσαν όλους μέσα στο γκέτο. Πλαγιάζουμε το βράδυ με τον φόβο μιας νέας διαταγής που μας περιμένει την επομένη.

Μας απαγόρευσαν αρχικά να μένουμε έξω μετά τις 5 η ώρα, έπειτα απαγόρευσαν την έξοδο από το γκέτο, κλείσιμο των μαγαζιών, καταγραφή όλων των αγαθών, της περιουσίας, ακόμα και του σκύλου και της κότας. Αυτό το δηλητήριο το καταπίναμε λίγο λίγο και παρ’ όλα αυτά υποτασσόμασταν σιωπηλά σαν υποζύγια. Τώρα το χειρότερο είναι ο εκτοπισμός. Το αίμα μας παγώνει κάθε στιγμή, η καρδιά μας χτυπάει να σπάσει, πρέπει να εγκαταλείψουμε τα πάντα, πατρίδα, γονείς, να αποχωριστούμε ο ένας από τον άλλον, φίλους και αγαθά, και να φύγουμε με μόνο έναν σάκο στην πλάτη. Δεν έχουμε δικαίωμα να πάρουμε ούτε μία βαλίτσα.

Η πρώτη αμαξοστοιχία έφυγε ήδη, προς ποιον προορισμό; Το αγνοούμε. Η δεύτερη θα φύγει σήμερα. Την ημέρα της αναχώρησης οι άνθρωποι ξετρελαμένοι καίνε έγγραφα, χρήματα, σπάζουν τα έπιπλά τους με κραυγές θανάσιμα πληγωμένων θηρίων, έπειτα εγκαταλείποντας τους καρπούς της δουλειάς τους φεύγουν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες μέσα σε βαγόνια για ζώα, και να τους αντιμετωπίζουν με λιγότερο σεβασμό από αυτά.

Αυτό λοιπόν μας περιμένει σήμερα ή αύριο. Δίνουμε τα πάντα σε κάθε φτωχό που έρχεται, στον έναν παπούτσια, στον άλλο ρούχα, σε άλλον χρήματα, γιατί τίποτε δεν μας ανήκει πλέον.

Η θεία είναι έτοιμη να γεννήσει. Πού θα γεννήσει η άμοιρη; Τουλάχιστον αν φύγουμε με το ίδιο κομβόι θα μπορούσα να τη βοηθήσω.

Εχουμε αποχωριστεί από τον παππού, τη γιαγιά, τον θείο σου και τη θεία. Οσο σκέφτομαι αυτούς τους γέροντες που δεν έχουν κανένα από τα παιδιά τους να τους βοηθήσει αυτές τις δύσκολες στιγμές, σηκώνονται τα μαλλιά της κεφαλής μου. Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο βρήκα στον φίλο σου περισσότερο από έναν γιο. Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω αυτό που έκανε για μας. Αν ο Θεός μού δώσει την ευτυχία να επιστρέψω μια μέρα, θα είμαι γι’ αυτόν μια μητέρα. Θα τον βοηθήσω να σπουδάσει. Αν όμως η ευτυχία αυτή δεν μου δοθεί, σ’ εσένα, παιδί μου, αναθέτω αυτό το χρέος. Θα ζήσεις μαζί του και με τον άλλο φίλο σου που είναι κοντά σου, σαν αδέλφια.

Δεν ξέρω τι με περιμένει αύριο τα χαράματα. Αν μας εκτοπίσουν, θα προσπαθήσω να είμαι δυνατή, να αντέξω όλες τις ταλαιπωρίες, μόνο για να έχω την ευτυχία να σε ξαναδώ μια μέρα. Μέσα στις δύσκολες στιγμές η μορφή σου θα μου δίνει τη δύναμη, θα λέω «όχι, να μην αφήσουμε να μας αποτελειώσουν. Θα’ ρθεί μια μέρα που το λατρεμένο μου παιδί θα με ξαναζεστάνει με την τρυφερότητά του και θα με κάνει να ξεχάσω αυτόν τον εφιάλτη». Να είσαι κι εσύ δυνατός. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει. Μπορεί να κάνει ένα θαύμα από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι τόσες ψυχές που τον ικετεύουν.

Ψάχνω να βρω στη συνείδησή μου τι κακό έχω κάνει για να υποφέρω έτσι, σου ορκίζομαι, αγαπημένο μου παιδί, πως δεν βρίσκω κάτι. Ημουν πάντοτε καλή και γενναιόδωρη προς όλους. Τις τελευταίες μέρες είχα την απόδειξη, από τις 7 το πρωί το σπίτι κατακλύζεται από τους φίλους και καθένας θέλει να με βοηθήσει, όμως δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, εκτός από το να μου δίνουν δύναμη με την τρυφερότητά τους. Αυτό ανεβάζει, το λιγότερο, το ηθικό όταν ξέρεις ότι σε αγαπούν.

Σε αντίθεση, υπάρχουν άλλοι που όπως τα αρπαχτικά πουλιά έρχονται να καταβροχθίσουν με μάτια λαίμαργα οτιδήποτε αφήσουμε και δεν μπορούσε να τους ανήκει. Παριστάνουν τους μελιστάλαχτους φίλους, όμως θα ήθελαν με νύχια αρπακτικών να αρπάξουν τα ματωμένα κατάλοιπα της πληγωμένης καρδιάς μας και των εγκαταλελειμμένων αγαθών μας.

Ο μπαμπάς σού στέλνει την ευχή του μαζί με τη δική μου. Ο Θεός να σε προστατεύει πάντα. Να είσαι καλός με όλους και γενναιόδωρος. Φυλάξου από τους υποκριτές, γιατί αυτοί κρύβουν πάντα ιδιοτελείς σκέψεις. Να αγαπάς τα ξαδέλφια σου σαν αδέλφια, καμιά διχόνοια να μη σας χωρίσει.

Σ’ αφήνω, αγαπημένο μου παιδί, σ’ αγκαλιάζω και παρακαλώ τον Θεό να κάνει ένα θαύμα μέχρι αύριο για να σου γράψω άλλο ένα γράμμα, χαρούμενο, ευλογώντας ακόμη και τους εχθρούς μας.

Ο μπαμπάς σε φιλά γλυκά. Σε γεμίζω τρυφερά φιλιά.

Η φίλη σου, η αγαπημένη σου, η μαμά σου

Επιστολή Νεάμα Καζές,

18 Μαρτίου 1943

Αγαπημένε μου Μωρίς,

Η απελπισία μου είναι στο αποκορύφωμά της γιατί θα μας στείλουν αυτές τις μέρες, από τη μια στιγμή στην άλλη, μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει. Δεν μπορώ να σου γράψω, το τι γίνεται είναι απερίγραπτο. Μακάρι να κάνει ο Θεός το θαύμα του.

Τα χρήματα τα έλαβα αμέσως. Δεν έχουν πια αξία γιατί χωρίς εσάς τι να κάνω;

Μακάρι ο Θεός να μας στηρίξει. Να είστε υγιείς. Σας εύχομαι αυτό που η καρδιά μιας μάνας μπορεί να ευχηθεί στα αγαπημένα της παιδιά. Ο Θεός θα μας σώσει!

Είμαστε καθ’ όλα έτοιμοι με τις προετοιμασίες. Ο Θεός μόνο μπορεί να μας σώσει.

Σας φιλώ με όλες μου τις δυνάμεις, με όλη μου την καρδιά, αγαπημένα μου παιδιά, λατρεμένοι μου. Είθε ο Θεός να δείξει έλεος για μας.

Η μητέρα σου που σκέφτεται μόνο τα παιδιά της.

Νεάμα

Ας κάνει ο Θεός το θαύμα για να ξαναϊδωθούμε.

Θα σας γράψω αν υπάρχουν νεότερα.

Μόλις μας είπαν ότι υπάρχει αναβολή για μερικές μέρες, αλλά κανείς δεν θέλει να το πιστέψει.

Δυο τρένα έχουν ήδη φύγει.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr