Λαϊκός διανοούμενος, λαϊκός συγγραφέας, ο τελευταίος των λογίων της Θεσσαλονίκης. Κρατά το το νήμα από έναν Τσίζεκ, Πεντζίκη, Καχτίτση, Ιωάννου, Χριστιανόπουλο, Ρασούλη, Ζήκα, Παπάζογλου. Με βαθιά γνώση και έγνοια για τον μηχανισμό αδιόρατο ή ορατό του λαϊκού κόσμου αλλά και με βαθιά αυτοπειθαρχία για τις αντινομίες της λαϊκότητας, της ταλαιπωρημένης έννοιας που είναι μετακινούμενη από τις κοινωνικές διεργασίες της κάθε φοράς εποχής. Ατόφια μα και ύπουλη. Συγκινητική μα και αδιάφορη. Μια συμπεριφορά με πολλές προσλήψεις, εγγενής και όχι επίκτητη που μεταμορφώνεται μαζί με τις ανισότητες, την αδικία.

Και μαζί συμπαρασύρει και την δική της γλώσσα. Ο Κοροβίνης στο νέο συναξάρι του για τον μπουζουξή Μπέμπη – «Μπέμπης» (εκδόσεις Άγρα) – δεν αναπαριστά απλώς τον ιδιοφυή μα και αυτοκαταστροφικό σολίστα, δεν συγκροτεί εκ νέου την ταυτότητα του, δεν τον αναβιώνει απλώς αλλά φτιάχνει ένα λαϊκό πορτρέτο ενός μυθικού προσώπου για να συγκροτήσει το σκηνικό μιας εποχής. Ζωντανεύει μια εποχή και έναν κόσμο για να φωτίσει την τραγικότητα ενός προσώπου που κάηκε από το ταλέντο και τους δαίμονες του. Τρία νέα πράγματα που μας δίνει ο Κοροβίνης στην αριστουργηματική νουβέλα του από τις εκδόσεις Άγρα: Την Γλώσσα του κόσμου αυτού.

Το κάνει και στον Γύρο του Θανάτου για τον Παγκρατίδη, στον περίφημο μονόλογο της Λολός: «η Λολό για την Πιάτσα», που πετυχαίνει μια υπέροχη αναμνησιολογία θέτοντας ως κύρια γλώσσα εκεί τα περίφημα Καλιαρντά. Εδώ στον Μπέμπη ο Θωμάς καταδύεται και μας συστήνει τον κόσμο αυτό μέσω της γλώσσας του, των λεξεων του που καρφώνονται στον καθωσπρεπισμό.

Ο παραληρηματικός Μπέμπης δεν έχει τελείες, έχει λιγοστές τελείες, ο λόγος του ρέει απ΄τα έγκατα μιας βασανισμένης ψυχής, ενός ευαίσθητου παιδιού που ισορροπεί στον κυνισμό και τον ρομαντισμό- ο κυνικός πολλές φορές είναι ο ματαιωμένος ονειροπόλος. Εδώ θα δούμε μια πολύ σοβαρή, χειρουργική, ακριβής εφαρμογή της γλώσσας αυτής των γκέι, του Πειραιά, των τεκέδων, του μικρόκοσμου των μουσικών του 50 ή του 60, της μικροπιάτσας που αναφώτισε ο Ζάχος στο περίφημο βιβλίο του «Πιάτσα». Ένας κόσμος που σήμερα τον ξανα-ανακαλύπτουμε, που σήμερα μας κάνει ακόμη πιο πλούσιους η εργασία του Πισιμίση για την Τρούμπα ή του Μπελαβίλα για τον Πειραιά, ή του Σπύρου Παπαϊωάννου και του Βλησίδη για τα Βούρλα, ή του Μπαρμπάτση για τον Μπαγιαντέρα. Ο Κοροβίνης ανατέμνει πολλούς κόσμους μαζί μέσω της γλώσσας αυτής, του πάλκου, των παρασκηνίων της Νύχτας, του Πειραιά, της Αθήνας και των Ελλήνων της Αμερικής. Τι άλλο μας δίνει ο Κοροβίνης: Τον Κόσμο των Μουσικών.

Πάει ένα βήμα μπροστά στην αποκάλυψη του λαϊκού κόσμου των μουσικών του 50 ή του 60 ή και του ρεμπέτικου που προηγήθηκε. Δίνει έμφαση πια όχι απλώς στους τραγουδιστές, όχι απλώς στους δημιουργούς μα και στους σολίστες των οργάνων που έχουν ισότιμη συμμετοχή στο θαύμα του λαϊκού τραγουδιού, συνδιαμόρφωσαν τον πλούτο εκείνο. Είναι ο αγώνας, η ψυχολογία, ο κόπος μα και το θαύμα των μουσικών από την μεριά του πάλκου. Ο Θωμάς παίρνει το μέρος τους και μας θυμίζει πως ήδη το 50 ή το 60 το μπουζούκι, το βασικό όργανο του λαϊκού πολιτισμού μας έφτασε στα ανώτερα σολιστικά όργανα, μια πλειάδα μεγάλων μπουζουξήδων παρήλασαν σε πάλκα, δίσκους, πανηγύρια, κέντρα, τεκέδες, παράγκες, κοσμικές ταβέρνες, μεσαία νυχτερινά κέντρα των Τζιτζιφιών ή της Θηβών, Αμερική, Σαλονίκη, και όχι μόνον.

Σπόρος, Χιώτης, Τατασόπουλος, Λεμονόπουλος, Τσιμπίδης, Μακρυδάκης, Αργύρης Βαμβακάρης, Αγγέλου, Κώστας Παπαδόπουλος- Λάκης Καρνέζης, και βέβαια ο Μπέμπης. Δυτικός, μορφωμένος, πολυοργανίστας, ιδιοφυής μα και καταστροφικός, οριακός, ελιτίστας, ευαίσθητος, σκληρός, μποέμ,  διάβολος, άγγελος. Ο Κοροβίνης χρησιμοποιεί τον Μπέμπη για να ψυχαναλύσει, εξομολογήσει συλλογικά έναν κόσμο που έζησε, αγωνίστηκε, πάλεψε στο μεταίχμιο μιας Ελλάδας που άλλαζε μετά το Σχέδιο Μάρσαλ και τον Εμφύλιο και μιας Μουσικής και μιας Νύχτας που επίσης άλλαζε και μεταβαλλόταν συνεχώς και που από τα κεντράκια ή τις ταβέρνες με τις ψάθινες καρέκλες φτάσαμε στις αχανείς σάλες με τους μαέστρους ήδη στα μέσα του 60.

Αυτά σε λιγότερο από μια εικοσαετία. Οι μπουζουξήδες, αυτοί οι ξωμάχοι του λαϊκού αισθήματος βρέθηκαν από την κορυφή της δισκογραφίας, εξόριστοι στην Αμερική και από το κέντρο των ηχογραφήσεων, στο συμπλήρωμά τους. Μεροκαματιάρηδες μα και πρίγκιπες παρελαύνουν από τις σελίδες του Κοροβίνη, σαν ένας θίασος που συνοδεύει την νεότερη ελληνική Ιστορία, ή την ιστορεί μέσα από την δημιουργία τους και τα παιξίματά τους. Τέλος, τι άλλο έχουμε εδώ: Μα τον κόσμο του εσώτερου ψυχισμού του Μπέμπη.

Τα δαιμόνια και τα οράματα

Ένας μακρυγιάννειος λόγος για μια βασανισμένη ψυχή που άφησε κυρίως την σφραγίδα του στον ενεστώτα του χρόνο, δεν μπήκε στο παιχνίδι της σύνθεσης ή των ηχογραφήσεων. Ερωτεύτηκε, μίσησε, αγάπησε, αδικήθηκε, ένιωσε, τρελάθηκε. Το πεπρωμένο του σαν νυχτερίδα μπλέχτηκε στον πολυέλαιο του φωτός των κέντρων, έζησε λίγο και πολύ, πυκνά και με ματαίωση. Ο Κοροβίνης καταδύεται στην ψυχή του, σαν ποτάμι τον αφήνει να χυθεί με εικόνες, σκέψεις φιλοσοφίες (οι μουσικοί πάντα φιλοσοφούσαν και στοχάζονταν).

Ο μονόλογος του Μπέμπη είναι ένα συναξάρι αισθήματος και γνώσης, πληροφορίας εξονυχιστικής και έγκυρης και ενός σπάνιου κλίματος συγκερασμού βιωμένου συναισθήματος και ανάτασης.

Ο Κοροβίνης είναι ο τελευταίος που μπορεί να μην προδώσει αυτόν τον κόσμο, να μην τον φέρει στα μέτρα ιδεολογημάτων, να τον αφήσει ελεύθερο στις σελίδες του, να τον συστήσει στον σημερινό κόσμο που δυστυχώς έχει την συμφορά να ζει χωρίς λαϊκό τραγούδι.

«Μπέμπης», του Θωμά Κοροβίνη, εκδόσεις Άγρα

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr