Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μπουντάς, αφού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πρόσληψη του έργου του Ζιλ Ντελέζ στον αγγλόφωνο κόσμο, τα τελευταία χρόνια έχει επιδοθεί σε μια σημαντική προσπάθεια μετάφρασης κειμένων του Γάλλου φιλοσόφου στα ελληνικά, εμπλουτίζοντας έτσι την ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία. Ήδη κυκλοφορούν οι μεταφράσεις που έχει κάνει σε δύο σημαντικά βιβλία του Ντελέζ, «Διάφορά και Επανάληψη» και «Λογική του Νοήματος», όπως και ένας επιμελημένος από αυτόν συλλογικός τόμος για τον Ντελέζ, «Αποκλίσεις και συνηχήσεις. Εισαγωγή στο έργο του Ζιλ Ντελέζ» (όλα στις εκδόσεις Εκκρεμές).

Η τελευταία μεταφραστική συνεισφορά του Μπουντά είναι το βιβλίο του Ζιλ Ντελέζ και της Κλαιρ Παρνέ «Διάλογοι» (εκδόσεις Εκκρεμές). Το βιβλίο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην άρθρωση του έργου του Ντελέζ. Τυπικά είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον Ντελέζ και την Παρνέ, όμως υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας απλής «συνέντευξης». Είναι ταυτόχρονα μια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του Ντελέζ σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, αυτή της κορύφωσης της δημιουργικής συνεργασίας του με τον Φελίξ Γκουαταρί, καθώς γράφεται ανάμεσα στον «Αντι-Οιδίποδα», το πρώτο μέρος του «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια»,  και τα «Χίλια Πλατώματα», το δεύτερο μέρος (στα ελληνικά κυκλοφορούν και τα δύο από τις εκδόσεις Πλέθρον, σε μετάφραση Βασίλη Πατσαγιάννη).

Το βιβλίο αποτυπώνει το σύνολο των προβληματισμών και των στοχαστικών εμμονών του Ντελέζ. Όμως, κυρίως θέλω να σταθώ στον τρόπο που επιτρέπει να απαντηθεί το ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει μια πολιτική πρακτική που να εμπνέεται από το έργο του Ντελέζ. Απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα έχουν δοθεί πολλές, ξεκινώντας από τον τρόπο που οι μαρξιστές συνομιλητές των Ντελέζ και Γκουαταρί στη δεκαετία του 1970, ενδεικτικά ας αναφέρουμε τον Νίκο Πουλαντζά, τους είχαν κατηγορήσει ότι επικεντρώνοντας σε μια «ολοκληρωτική» σύλληψη του κράτους αδυνατούν να κατανοήσουν πλήρως το φαινόμενο της εξουσίας στη συνάρθρωσή του με την εκμετάλλευση. Σε άλλες περιπτώσεις, θα θεωρηθεί ότι μια «ντελεζιανή» πολιτική είναι μια πολιτική των μαχητικών μειονοτήτων και όχι μια πολιτική των μεγάλων σχεδίων μετασχηματισμού. Άλλοι, όπως ο Peter Hallward, θα υποστηρίξουν ότι τελικά δεν είναι εφικτή μια ντελεζιανή πολιτική, ακριβώς γιατί όλη αυτή η αντίληψη της δημιουργικότητας και της δυνητικότητας δεν αφήνει χώρο για την πολιτική πρακτική που επιτρέπει τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Η πολιτική ως διαρκής πειραματισμός

Στη δική μου ανάγνωση, σε βιβλία όπως οι «Διάλογοι», αναδεικνύεται μια άλλη εκδοχή της πολιτικής, μια αντίληψη της πολιτικής ως διαρκούς πειραματισμού. Συζητώντας τον Κλάιστ και τον Κάφκα, γράφει χαρακτηριστικά: «Τα προγράμματα δεν είναι μανιφέστα, κι ακόμη λιγότερο φαντάσματα, αλλά μέσα επιδιόρθωσης για την πραγματοποίηση ενός πειραματισμού που ξεπερνά τις ικανότητές μας για πρόβλεψη» (σ. 50). Ωστόσο, αυτή η έννοια του πειραματισμού δεν σημαίνει απλώς μια απελευθέρωση πρακτικών και επιθυμιών. Ο Ντελέζ σπεύδει να υπογραμμίσει ότι αυτό που χρειάζεται είναι μια ορισμένη φρόνηση, η «φρόνηση του πειραματιζόμενου» (σ. 129), ή όπως λέει συζητώντας τον Σπινόζα: «Να πειραματίζεσθε, αλλά χρειάζεται πολύ φρόνηση να πειραματισθείτε» (σ. 61).

Η προβληματική αυτή του πειραματισμού είναι ένα στοιχείο που συναντάμε σε αρκετούς στοχαστές την επαύριον του Μάη του 1968. Ενδεικτική η παρακάτω τοποθέτηση του Φουκώ από μια συνέντευξή του το 1982, που περιλαμβάνεται στη συλλογή κειμένων του «Το μάτι της εξουσίας (μετάφραση Τάσου Μπέτζελου, εκδ. Βάνιας, 2008): «Θεωρώ ότι πρέπει να διαφυλάξουμε αυτό που συνέβη τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίες του εβδομήντα. Ένα απ’ τα στοιχεία που πρέπει να διαφυλάξουμε, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι υπήρξε, έξω από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και έξω από το κανονικό ή συνηθισμένο πρόγραμμα, μια διάσταση πολιτικής επινοητικότητας, πολιτικής δημιουργίας και πολιτικού πειραματισμού».

Αυτή η διάσταση της συλλογικής επινοητικότητας και του πολιτικού πειραματισμού δίνουν μια διάσταση σε μια πολιτική του μετασχηματισμού διαφορετική από την απλή – και βίαιη – επιβολή ενός σχεδίου εξορθολογισμού του κόσμου, σχήμα που έχει σφραγίσει τις περισσότερες παραλλαγές «επαναστατικής σκέψης» της νεωτερικότητας. Όταν ο Ντελέζ υπογραμμίζει ότι «ένας καινούργιος τύπος επανάστασης είναι καθ’ οδόν στο να γίνεται δυνατός» (σ. 135), ουσιαστικά, παραπέμπει σε μια αντίληψη της ιστορίας που δεν σφραγίζεται από αναπόδραστες νομοτέλειες, αλλά πολύ περισσότερο από ανοιχτά πεδία συγκρούσεων, αστάθμητων και διακυβευόμενων συναντήσεων και διαρκούς επινόησης νέων κοινωνικών μορφών, νέων σχέσεων και νέων τρόπων, μια διαδικασία «αυθόρμητη», με την έννοια ότι δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αλλά και ταυτόχρονα «συνειδητή», αφού απαιτεί μιαν ορισμένη φρόνηση και σύνεση. Ταυτόχρονα, μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει έναν πολύ πιο κριτικό στοχασμό της σχέσης ανάμεσα σε κοινωνικά κινήματα και πολιτικά μορφώματα, καθώς αναδεικνύει τα πρώτα σε καθοριστική παράμετρο της ικανότητας των δεύτερων να διαμορφώσουν στρατηγικές κοινωνικής αλλαγή στηριγμένες σε πραγματικά συμμετοχικές διαδικασίες.

Ο Μαρξ και ο πειραματισμός

Μια έμμεση αναφορά σε μια πολιτική του πειραματισμού μπορούμε να βρούμε και στον Μαρξ.  Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», συζητώντας τις μεταβολές του κράτους σε μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, σημειώνει με έμφαση ότι  «αυτό το ερώτημα μπορεί ν’ απαντηθεί μόνο επιστημονικά και δεν προσεγγίζουμε ούτε στο ελάχιστο το πρόβλημα όσες χιλιάδες φορές κι αν συνθέσουμε τη λέξη λαός με τη λέξη κράτος». Αυτό το «επιστημονικά» σαφώς παραπέμπει στην ανάγκη μιας πειραματικής διαδικασίας.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr