Για τον πολιτικό και θεωρητικό στοχασμό της τελευταίας πεντηκονταετίας, ιδίως αυτόν που επεδίωξε να συνδέσει την χειραφέτηση με τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, ο Μάης του 1968 ήταν το κατεξοχήν συμβάν. Σε εκείνους που τον έζησαν με τρόπο άμεσο, παίζει ρόλο σημαντικότερο στη σκέψη τους από το άλλο μεγάλο ιστορικό συμβάν-ρήγμα του 20ου αιώνα, δηλαδή την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αυτό ακριβώς μπορεί κανείς να δει και στον Μπαντιού (Είναι και συμβάν θα ονομάσει το magnus opus του είκοσι χρόνια μετά τον Μάη), τον Φουκώ αλλά και τον Αλτουσέρ.

Όμως, υπάρχει ένας στοχαστής που έχει θέσει αυτό το ερώτημα σε ένα κείμενο που γράφεται την ίδια στιγμή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα του Μάη. Αυτός είναι ο Ανρί Λεφέβρ.

«Το συμβάν ματαιώνει τις προβλέψεις. Στον βαθμό που είναι ιστορικό, κάνει άνω κάτω τους υπολογισμούς. Μπορεί ακόμα και να ανατρέψει τις στρατηγικές που λάμβαναν υπόψη τη δυνατότητά του. Καθώς έχει συγκυριακό χαρακτήρα, το συμβάν κλονίζει τις δομές που το κατέστησαν δυνατό. Οι προβλέψεις και οι υποθέσεις –οι οποίες βασίζονται αναπόφευκτα σε αναλύσεις και διαπιστώσεις μερικού χαρακτήρα– αδυνατούν να αρθούν στο επίπεδο του ολικού χαρακτήρα τού επερχόμενου. Καθώς το συμβάν τις αναστατώνει, επανενώνει ό,τι ήταν διάσπαρτο: τις γνώσεις, τα αποτελέσματα. Η κίνηση γεννιέται εκεί που ήταν λιγότερο αναμενόμενη. Μεταβάλλοντας πλήρως την κατάσταση, τη φέρνει στην επιφάνεια, κρυμμένη καθώς ήταν κάτω από τις λεπτομέρειες των γεγονότων και των εκτιμήσεων. Τότε και με αυτόν τον τρόπο ανακύπτει το στοιχειώδες, και πρώτα απ’ όλα το γνωστό, το αναγνωρίσιμο. Πάνω σε αυτή τη βάση ορθώνονται τα νέα στοιχεία της κοινωνικής ζωής, στιγμιαία ορατά μέσα σε μια φεγγοβόλα διαφάνεια.»

Με αυτό τον τρόπο ξεκινά το βιβλίο του Ανρί Λεφέβρ, Η εισβολή του Μάη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής σε μετάφραση του Δημήτρη Γκινοσάτη, επιμέλεια του Τάσου Μπέτζελου και ένα ιδιαίτερα κατατοπιστικό επίμετρο του Γιάννη Φυλτζάνη που εντάσσει το κείμενο αυτό στη συνολική προβληματική και θεωρητική διαδρομή του Λεφέβρ.

Το πρωτότυπο κείμενο γράφτηκε το 1968 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό LHomme et la société την ίδια χρονιά. Συμπίπτει δε με μια ιδιαίτερα δημιουργική φάση στην εξέλιξη της δουλειάς του Λεφέβρ.

Η διαρκής πρωτοτυπία του Ανρί Λεφέβρ

Ούτως ή άλλως, ο Ανρί Λεφέβρ (1901-1991) αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές αλλά και ρηξικέλευθες μορφές στο ευρύτερο φάσμα που συνηθίζουμε να περιγράφουμε ως μαρξισμό. Η θεωρητική του διαδρομή περιλαμβάνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύλληψη της διαλεκτικής, σε τομή με κάθε μηχανιστική, θετικιστική ή μηχανιστική αντίληψη, που τροφοδοτεί τον ετερόδοξο λενινισμό του, την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας μαρξιστικής έμπνευσης θεωρητικής προσέγγισης σε αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως «καθημερινή ζωή» και βεβαίως την αναμέτρηση με τα ερωτήματα που αφορούν την αυξημένη βαρύτητα των αστεακών (urbain/urban) κέντρων, χώρων και φαινομένων, που θα οδηγήσουν και στην περίφημη τοποθέτησή του για το «δικαίωμα στην πόλη». Καθόλου τυχαία αποτελεί βασική θεωρητική αναφορά των κριτικών και ριζοσπαστικών προσεγγίσεων σε ζητήματα πολεοδομίας, κατοικίας και αρχιτεκτονικής.

Ούτε, επίσης, είναι τυχαίο ότι τα μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς, οι περίφημοι «σιτουασιονιστές», αυτό το ριζοσπαστικό διανοητικό αλλά και πολιτικό ρεύμα, τον θεωρούσαν βασική επιρροή.

Συζητώντας τον Μάη 1968

Σε αυτό το βιβλίο με τη χαρακτηριστική πυκνότητα που φαινομενικά δεν αναλογείς σε ένα βιβλίο γραμμένο «εν θερμώ», ο Λεφέβρ προσπαθεί να στοχαστεί όλο το πλέγμα των αλλαγών που μπορούν να εξηγήσουν την εμφάνιση ιστορικών συμβάντων όπως ο Μάης του 1969 και ταυτόχρονα να προσφέρει τον στοχασμό του για τι σημαίνουν όλα αυτά για την ίδια τη μαρξιστική θεωρία.

Γι’ αυτό το λόγο και το πρώτο σημείο που ξεκινά είναι η υπεράσπιστη της δυνατότητας ενός μαρξισμού της άνισης ανάπτυξης, της ολότητας, της ιστορικότητας, της παραδοχής των αντιφάσεων, και της αναγνώρισης των αλλαγών που φέρνει ο νεοκαπιταλισμός. Αποτυπώνεται αυτό και στον τρόπο που προσεγγίζει κριτικά τη σκέψη του Χέρμπερτ Μαρκούζε, ενός στοχαστή που εκείνα τα χρόνια αποτελούσε σημείο αναφοράς ενός ορισμένου ριζοσπαστισμού.

Για τον Λεφέβρ αυτό που προκύπτει ως ερώτημα από ένα συμβάν όπως ο Μάης του 1968 είναι κατεξοχήν αυτό που αφορά την επαναστατική κρίση και άρα την ανάγκη να δούμε τι ισχύει από τις αρχικές διατυπώσεις του Λένιν για τη δυνατότητά τους. Για τον Λεφέβρ η γραφειοκρατικοποίηση της σκέψης, της δράσης, της θεωρίας που αποτύπωσε η εξέλιξη του «σοσιαλιστικών κρατών» συνδυάστηκε με την ικανότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού να εισάγει στοιχεία σχεδιασμού και μεγαλύτερης «κοινωνικοποίησης» που με τη σειρά τους όρισαν μια «πολυπλοκοποίηση τη κοινωνίας αλλά και ανεπίλυτες συγκρούσεις» (σ. 51).

Στην ανάλυσή του για τη γαλλική κοινωνία το 1968 ο Λεφέβρ δεν μένει στη διαπίστωση της αυξημένης εξουσίας των «μονοπωλίων». Κυρίως στέκεται στο πώς η καπιταλιστική εξουσία δεν είναι απλώς βούληση αλλά και γνώση και οργανωτικός μηχανισμός και νέες κατευθύνσεις όπως η «αστεοκρατία» (urbanisme). Ταυτόχρονα εντοπίζει τις διαφορετικές τάσεις στη γαλλική κοινωνία που τις κωδικοποιεί ως οι «αρχαϊκοί», οι «νεωτεριστές» και οι «πιθανοκρατιστές» ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνονται τη δυνατότητα ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Ο Λεφέβρ στέκεται ιδιαίτερα στην έννοια της «αμφισβήτησης», ως ρεύματος και πρακτικής, που στα μάτια του φαντάζει ως ο τρόπος για να ανασυνδεθεί το οικονομικό και το πολιτικό, καθώς «ορθώνεται ενάντια στον καταμερισμό της εργασίας, ενάντια στην κοινωνική παγιοποίηση του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας με όρους γραφειοκρατικής ιεραρχίας» (σ. 79).

Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο αναγνωρίζει τη συνεισφορά του φοιτητικού ριζοσπαστισμού της εποχής, αλλά και δοκιμάζει να υπερασπιστεί μια ορισμένη έννοια αυθορμησίας ενάντια στη καχυποψία του παραδοσιακού μαρξισμού απέναντι. Αυτό τον οδηγεί και σε μια ιδιαίτερα μετασχηματιστική και ανοιχτή σύλληψη και της ίδιας της στρατηγικής, βασισμένης πάνω στη ενεργητική συμμετοχή των κινημάτων, στοιχείο που απουσίασε από την τότε πρακτική της Αριστεράς. Ιδίως από τη στιγμή η δυναμική του κινήματος παραπέμπει στην έννοια της «δυαδικής εξουσίας»: «αυτή  η εκτός Εξουσίας εξουσία ήταν και εξακολουθεί να είναι η πλέον πραγματική, η πλέον δρώσα» (σ. 95). Και γι’ αυτό τον λόγο και ο Λεφέβρ υπερασπίζεται και την έννοια της αυτοδιαχείρισης ως δρόμου για τον μετασχηματισμό της ζωής.

Ιδιαίτερα έμφαση δίνει ο Λεφέβρ στις αντιθέσεις που διαπερνούν τα αστεακά φαινόμενα. Θεωρεί δε ότι στις νέες συνθήκες των μεγαλουπόλεων, στις κοινωνικές κατοικίες χαμηλού εισοδήματος, στις νέες πόλεις, οικισμούς και συνοικίες αναδεικνύονται και οι διεκδικήσεις μιας νέας εργατικής γενιάς, άνθρωποι που «έχουν έναν απροσδόκητο τρόπο να “θέλουν”, να διεκδικούν αμφισβητώντας και να αμφισβητούν διεκδικώντας» (σ. 116).

Σε αυτό το φόντο εκρήγνυται το φοιτητικό κίνημα, συνδυάζοντας τη διεκδίκηση με μια πολιτιστική επανάσταση, και επανοικειοποιείται μέσω των καταλήψεων τον δημόσιο χώρο και το κέντρο της πόλης. Γι’ αυτό και επιμένει ότι «αναγγέλλεται μια νέα κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική σφαίρα, η αστεακή κοινωνία» (σ. 142). Για τον Λεφέβρ που προκύπτει από τη σε εξέλιξη κοινωνική έκρηξη δεν είναι απλώς κάποιες διεκδικήσεις και μέτρα, αλλά μια οπτική ολότητας, που «δεν θα ανήγαγε το σφαιρικό στο μερικό» (σ. 148). Στην ίδια στιγμή οι συνολικότεροι μετασχηματισμοί σημαίνουν ότι αναδεικνύεται «μια νέα πράξη [praxis],  αστεακή πρακτική. Η τελευταία εντυλίσσει αλλά και μετασχηματίζει τη βιομηχανική πράξη [praxis]» (σ. 157).

Η αναμέτρηση με αυτή την πραγματικότητα και τις αντιθέσεις της απαιτεί μια νέα ορθολογικότητα και μια πολιτική παιδεία «που συμπυκνώνει τις κατακτήσεις της ιστορίας, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας της φιλοσοφίας, της ιστορίας της γνώσης και των ιδεολογιών και τέλος, της ιστορίας του κράτους» (σ. 162). Και αυτό φέρνει για τον Λεφέβρ τη γνώση στο κέντρο των ευρύτερων μετασχηματισμών, εάν θέλουμε να ακολουθήσουμε τις δυναμικές που φέρνει το συμβάν Μάης 1968.

«Το πρόβλημα που τίθεται, εν τοις πράγμασι και εν δικαίω, αφορά την ανασύσταση της γνώσης. Η γνώση πρέπει να ανασυγκροτηθεί, απαλλοτριώνοντας τους απαλλοτριωτές. Η θεωρητική επανάσταση, που αποκαλείται επίσης «πολιτιστική επανάσταση», περικλείει μια νέα θεωρητική επεξεργασία. Ο ενωτικός και σφαιρικός χαρακτήρας της γνώσης δεν μπορεί πλέον να νοείται ούτε με βάση τον τύπο του εγκυκλοπαιδισμού (που χρονολογείται από την προβιομηχανική εποχή), ούτε με βάση το μοντέλο της τμηματικής γνώσης και ενός αθροίσματος θραυσμάτων, ανεπαρκώς συγκολλημένων μέσω μιας περιορισμένης ορθολογιστικής ιδεολογίας (που χρονολογείται από τη βιομηχανική εποχή, τον οργανωτικό καπιταλισμό και τη συ­γκεντροποιημένη κρατική διαχείριση). Η θεωρητική και πρακτική, εννοιακή και παιδαγωγική ανασύσταση της γνώσης απαιτεί την επεξεργασία ενός νέου τύπου σφαιρικότητας και, κατά συνέπεια, ορθολογικότητας.»

Συνολική αποτίμηση

Σε κάθε περίπτωση ένα βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του συμβάντος με το οποίο αναμετριέται, γραμμένο από έναν στοχαστή που η σκέψη του παρακολούθησε όλη εκείνη την περίοδο τις αλλαγές στις καπιταλιστικές κοινωνίες που διαμόρφωσαν τη συνθήκη δυνατότητας του ίδιου του Μάη του 1968 και που ταυτόχρονα από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να αναμετρηθεί και με τις θεωρητικές επιπτώσεις που ένα τέτοιο συμβάν μπορεί να έχει. Αποτελώντας ταυτόχρονα έναν στοχασμό πάνω στη ίδια την άνιση, αντιφατική και δυναμική σχέση του μαρξισμού με την ιστορία.

Εκδήλωση παρουσίασης

H παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2022, 7 μ.μ. στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134, Θησείο)

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ειρήνη Γαΐτάνου, διδακτόρισσα ευρωπαϊκών και διεθνών σπουδών

Χρυσούλα Μητσοπούλου, διδάσκουσα κοινωνική θεωρία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας

Σταύρος Σταυρίδης, αρχιτέκτονας, καθηγητής, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Γιάννης Φλυτζάνης, διδάσκων κοινωνική θεωρία και δίκαιο, ΕΚΠΑ

Συντονίζει ο Γιώργος Καλαμπόκας (Εκτός Γραμμής)

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr