Μπορεί ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 να είναι μια ασθένεια με κληρονομούμενη την προδιάθεση, όμως τα γονίδια που κληρονομούμε και εμπλέκονται στην ανάπτυξή του, μπορεί να μην εκφραστούν ποτέ, οπότε και η ασθένεια να μην έρθει ποτέ. Αρκεί να «ακούμε» το σώμα μας και να του δίνουμε την κίνηση που χρειάζεται στη διάρκεια της ημέρας, για να κρατήσουμε τη νόσο μακριά.

Χαρακτηριστικό είναι ότι από μελέτες διαπιστώθηκε πως μόνο από τις συνήθεις δουλειές του σπιτιού – όπως το καθάρισμα -μειώνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης διαβήτη κατά 12%, ενώ αν προστεθεί και μισή ώρα συνεχόμενο, ζωηρό περπάτημα τις 5 από τις 7 μέρες της εβδομάδας, τότε το ποσοστό πρόληψης της νόσου φτάνει σχεδόν στο 50%. Κι αν όλα αυτά είναι δύσκολα, δυο ώρες την ημέρα ορθοστασία, όχι απαραίτητα συνεχόμενα, προκαλεί ικανές συσπάσεις στους μυς, ώστε να υπάρξει προστατευτική δράση.

Παρόλα αυτά, αν η νόσος τελικά μας «επισκεφθεί», η διατήρηση της κινητικότητάς μας, σε συνδυασμό με προσεγμένη διατροφή μπορεί να προστατεύσει το πάγκρεας ικανοποιητικά, ώστε ο έλεγχος να είναι ευκολότερος, άρα και οι επιπτώσεις στα ζωτικά μας όργανα όπως η καρδιά και οι νεφροί, αλλά και στα αγγεία μας, να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο.

Οι «εφεδρείες»

Ο βασικός λόγος που μπορούμε να πετύχουμε την καλή ρύθμιση του διαβήτη με την κατάλληλη άσκηση και διατροφή, είναι η ύπαρξη ενός «εφεδρικού» συστήματος που «καίει» τη γλυκόζη μέσω του μυϊκού συστήματος. Όταν κινητοποιούμαστε, το σύστημα αυτό ενεργοποιείται και ο οργανισμός μας, για την παραγωγή ενέργειας δεν αφήνει όλο το βάρος της καύσης της γλυκόζης στην ινσουλίνη.

Βέβαια, για όλα αυτά, η ισορροπία είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα και στην περίπτωση των ατόμων με διαβήτη, χρειάζεται η καθοδήγηση από τον ειδικό διαβητολόγο. Όμως πρακτικά, η καλή ρύθμιση της νόσου, είναι εφικτή, σε συνδυασμό και με τις νεότερες  αντιδιαβητικές θεραπείες, που και οι ίδιες ασκούν προστατευτική δράση στα όργανα που πλήττονται από τον διαβήτη.

Για την προστασία του οργανισμού μας από τον διαβήτη τύπου 2, αλλά και τη σωστή διαχείριση της νόσου, μίλησε στο in.gr o ομ. καθηγητής Παθολογίας Γιώργος Δημητριάδης, επισημαίνοντας πως η ανατροπή της ισορροπίας του οργανισμού που οδηγεί στον διαβήτη, είναι μια πολυετής διαδικασία που έχει ξεκινήσει ήδη 10-15 χρόνια πριν τη διάγνωση.

Στην πορεία των χρόνων αυτών, οι αυξημένες τιμές σακχάρου στο αίμα δεν γίνονται εμφανείς με μια απλή εξέταση αίματος. Οι άνθρωποι που είναι επιρρεπείς, έχουν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης μετά το φαγητό τους, κάτι που δεν φαίνεται, παρά μόνο με μια εξέταση καμπύλης γλυκόζης.

Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί που θα πρέπει να κινητοποιηθούν προς μια τέτοια διερεύνηση;

Σύμφωνα με τον καθηγητή, στις ομάδες υψηλού κινδύνου για διαβήτη τύπου 2, δεν περιλαμβάνονται μόνο όσοι έχουν στην οικογένειά τους ιστορικό διαβήτη, αλλά και όσοι έχουν συγγενείς με εγκεφαλικό, στεφανιαία ανεπάρκεια, ή υπέρταση, καθώς πίσω από  αυτές τις ασθένειες, υπάρχει υπόβαθρο διαβήτη.

Η κακή δράση της ινσουλίνης ευνοείεπίσης ταυψηλά λιπίδια, οπότε χρειάζεται να ελέγχεται όταν υπάρχουν αυξημένες τιμές σε χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Έλεγχος χρειάζεται και σε στεφανιαία ανεπάρκεια, που αποτελεί προστάδιο του εμφράγματος, όπως επίσης και στις εγκύους που εμφανίζουν διαβήτη κύησης ή σε γυναίκες που γεννούν μωρό πάνω από 4 κιλά. Αυτές θα πρέπει να ελέγχονται ένα χρόνο μετά την εγκυμοσύνη τους και ανά τριετία στη συνέχεια.

Στους παράγοντες που προάγουν τον διαβήτη περιλαμβάνονται επίσης και παθήσεις για τις οποίες χορηγούνται κορτιζονούχα σκευάσματα, καθώς και παθήσεις ψυχικής υγείας, ενώ το χρόνιο στρες και ο λίγος ή διακοπτόμενος ύπνος αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες κινδύνου.

Παρά τους κινδύνους αυτούς όμως, μελέτες έχουν δείξει ότι φυσική δραστηριότητα, όπως αεροβική, με αντιστάσεις, ή ο συνδυασμός τουςγια 150 λεπτά μοιρασμένα στις ημέρες της εβδομάδας και προσεκτική διατροφή μπορεί να οδηγήσει ακόμη και τις ομάδες υψηλού κινδύνουνα μη νοσήσουν  μέχρι και μετά την ηλικία των 70 ετών.

Μετά τη διάγνωση

Αν η πρόληψη δεν είναι αρκετή και εκδηλωθεί η νόσος, αυτό σημαίνει ότι ήδη από την κακή λειτουργία της ινσουλίνης των προηγουμένων ετών, έχουν μειωθεί δραστικά τα β-κύτταρα του παγκρέατος (που παράγουν την ινσουλίνη), οπότε θα πρέπει να διασώσουμε όσα έχουν απομείνει.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, μελέτες στο Lancet έδειξαν ότι ασθενείς που πρωτοδιαγνώστηκαν με διαβήτη τύπου 2, ακολούθησαν δίαιτα χαμηλών θερμίδων και πέτυχαν υποστροφή του διαβήτη, με την απώλεια 10-15 κιλών, καθώς η παχυσαρκία μειώνει τη δράση της ινσουλίνης.

Άλλη μελέτη στο Diabetes Care έδειξε πως σε παρατεταμένο κάθισμα στον υπολογιστή ή την τηλεόραση, η διακοπή ανά 30-45 λεπτά με λίγους βηματισμούς στο χώρο, λίγες κάμψεις και μικροασκήσεις, καταργούν την βλαπτική επίδραση που έχει το καθισιό, καθώς «ανασαίνει» η δράση της ινσουλίνης.

«Είναι η ώρα που πρέπει να κάνουμε το «χατίρι» στα β-κύτταρα, για να «ανασάνουν» κι αυτά», λέει χαρακτηριστικά ο καθηγητής, για να τονίσει τη σημασία των κυττάρων αυτών που «σηκώνουν» το βάρος της υπεργλυκαιμίας. «Και αυτό για να γίνει, χρειάζεται απώλεια βάρους σε ποσοστό 10-15% και κίνηση. Και αυτά με τη σειρά τους σε ανταμείβουν», καταλήγει ο κ. Δημητριάδης.

Θεραπείες

Στην κατάσταση του προδιαβήτη, υπάρχει ένα 30% που υποστρέφει αν γίνουν όσα αναφέρθηκα παραπάνω, ένα 30% που παραμένει ως έχει, και ένα 30% που εξελίσσεται σε διαβήτη τύπου 2. Στην τελευταία περίπτωση, το λόγο έχει η φαρμακευτική θεραπεία.

Τα τελευταία χρόνια, πέραν της χρήσης της μετφορμίνης, που αποτελεί παλαιό και αξιόπιστο φάρμακο, υπάρχουν δύο νέες κατηγορίες σκευασμάτων, οι αγωνιστές υποδοχέων GLP1 και οι αναστολείς SGT2, που βοηθούν το μεταβολισμό της γλυκόζης, κόβουν την όρεξη και βοηθούν στην απώλεια βάρους και επιτρέπουν την απαλλαγή από την πλεονάζουσα γλυκόζη από τον οργανισμό. Ταυτόχρονα, βοηθούν την καρδιά και τα αγγεία να λειτουργήσουν, καθυστερώντας την αθηρωμάτωση, αλλά και τους νεφρούς, επιβραδύνοντας την εξέλιξη της νεφρικής ανεπάρκειας.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr