Είτε μιλάμε για τμήματα της κλασσικής δεξιάς και της ακροδεξιάς, που βλέπουν έναν κίνδυνο διάλυσης της κοινωνικής συνοχής, διάβρωσης της εθνικής ταυτότητας και υπονόμευσης της οικογένειας, είτε για τμήματα της αριστεράς που ανησυχούν ότι τέτοια ζητήματα θα αξιοποιηθούν για να νομιμοποιηθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, συχνά στη δημόσια συζήτηση τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα και ο «δικαιωματισμός» εξελίσσεται σε μια αρκετά βολική κατηγορία μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση. Πρέπει όντως να αρχίσουμε να βλέπουμε τα δικαιώματα με καχυποψία;

Με αυτό το ερώτημα καταπιάνονται η Ζυστίν Λακρουά και ο Ζαν-Υβ Πρανσέρ στο βιβλίο τους με τίτλο «Τα ανθρώπινα δικαιώματα, είναι άραγε, μόνο για τους αφελείς», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Δημήτρη Τσαραπατσάνη. Από τη μια, θέλουν να απαντήσουν στην προσπάθεια αμφισβήτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έρχεται από πολιτικούς στο δεξιό φάσμα από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ζαΐρ Μπολσονάρο μέχρι την Τερέζα Μέι ή την Μαρίν Λεπέν. Από την άλλη, θέλουν να αντικρούσουν την τάση να ταυτίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον νεοφιλελευθερισμό.

Υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να αποσυνδέουμε τη δημοκρατία από τα ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί αυτά αποτελούν στην πραγματικότητα αναγκαία συνθήκη της. Μπορεί φιλελευθερισμός και δημοκρατία να μην ταυτίζονται, καθώς υπάρχουν μορφές φιλελευθερισμού εχθρικές προς τη δημοκρατία, όμως το δημοκρατικό κίνημα ήταν ένα εγχείρημα όχι άρνησης αλλά «υπέρβασης του φιλελευθερισμού μέσω της διεύρυνσης των δικαιωμάτων, της επέκτασης της πολιτικής συμμετοχής, της θέσπισης των κοινωνικών δικαιωμάτων» (σ. 20), εξ ου και ότι μπορούμε να στοχαστούμε μορφές δημοκρατίας πιο ριζοσπαστικές από τις φιλελεύθερες. Η σταδιακή αμφισβήτηση και περιστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεπάγεται μια διάβρωση της δημοκρατίας που τελικά μπορεί να οδηγήσει στον θάνατό της, ακόμη και χωρίς κάποιο εμφανές πραξικόπημα.

Την ίδια στιγμή το πρόβλημα που προκύπτει είναι ο τρόπος που λειτουργούν π.χ. οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Τυπικά δεν αρνούνται τα οικουμενικά δικαιώματα για αυτούς τους ανθρώπους, αλλά τους στερούν τη δυνατότητα να τα διεκδικήσουν. Αντίστοιχα, λειτουργούν αρκετές από τις τρέχουσες αντιτρομοκρατικές ρυθμίσεις, που στην πραγματικότητα διαμορφώνουν κατηγορίες πολιτών που ως «ύποπτοι» διαθέτουν περιορισμένα δικαιώματα.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν συμπαθεί πολύ τα ανθρώπινα δικαιώματα

Όμως, υπάρχει το ερώτημα σε ποιο βαθμό τα ανθρώπινα δικαιώματα λειτουργούν ως μηχανισμός νομιμοποίησης του καπιταλισμού, δηλαδή εάν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα σε δικαιώματα και νεοφιλελευθερισμό, τοποθέτηση που έχει διατυπωθεί και από αριστερές φωνές αλλά και από πιο συντηρητικές όπως αυτή του Μαρσέλ Γκωσέ. Οι Λακρουά και Πρανσέρ απαντούν ότι στοχαστές όπως ο Χάγιεκ ήταν εχθρικοί απέναντι στην επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων προς τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιωμάτων και αυτό μπορεί να εξηγήσει τη «σύνθεση που πραγματοποιήθηκε, κατά τη δεκαετία του 1970, μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού» (σ. 49), αλλά και τις διάφορες σημερινές μορφές ιδεολογιών που συνδυάζουν την προσήλωση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό με τον αυταρχισμό την πατριαρχία και την αμφισβήτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι υπάρχουν ρεύματα ριζοσπαστικά που αναδιπλώνονται και περιορίζονται στους αγώνες για ορισμένα δικαιώματα μπορεί να αποτυπώνει την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της λογικής «δεν υπάρχει εναλλακτική», αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στον πυρήνα τους τα δικαιώματα δεν είναι συμβατά με τον νεοφιλελευθερισμό, ακριβώς γιατί εμπεριέχουν «την εσωτερική συνάφεια ελευθερίας και ισότητας και την ανάγκη κοινής εμβάθυνσης αυτών των αξιών» (σ. 64).

Αντίστοιχα, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της σεξουαλικής παρενόχλησης ή προχωρώντας στην αναγνώριση όλων των σύγχρονων μορφών συμβίωσης δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια «υπερβολή» ή με υπονόμευση της οικογενειακής συνοχής (ή «αποθέσμιση» της οικογένειας), αλλά με αναγκαίες αναγνωρίσεις δικαιωμάτων που αναλογούν σε πραγματικά προβλήματα και ανάγκες. Και αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο «να πάψουμε να κατηγορούμε την “ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” για όλα τα δεινά που μαστίζουν τις κοινωνίες μας» (σ. 87).

Με αυτή την έννοια θα πρέπει να δεχτούμε ότι τα δικαιώματα δεν είναι εδώ απλώς για να φέρουν περισσότερο κατακερματισμό στην κοινωνία ή να υπονομεύσουν μια «εθνική ομοιογένεια» που αποτελεί μάλλον κατασκευή παρά πραγματικότητα. Και μπορεί όντως να καταγράφονται εντονότερες τάσεις εξατομίκευσης, συχνά συνδυασμένης με λογικές ιδιώτευσης, που υπονομεύουν την δημοκρατία ως σε τελική ανάλυση κοινωνική αυτονομία, όμως αυτό δεν έχει να κάνει με τα ίδια τα δικαιώματα αλλά με συνολικότερες αλλαγές των κοινωνιών του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και τις ήττες μεγάλων κινημάτων. Σε τελική ανάλυση, όπως επισημαίνουν οι Λακρουά και Πρανσέρ, ένα από τα νήματα που αφετηρία έχουν την σοσιαλιστική παράδοση είναι ότι ατομικότητα (σε αντιδιαστολή με έναν «αρνητικό ατομικισμό) και κοινωνική αυτονομία δεν είναι έννοιες ασύμβατες αλλά βαθιά συνυφασμένες.

Άνθρωποι χωρίς το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα

Έχει περάσει καιρός από όταν η Χάνα Άρεντ διατύπωσε τη θέση για το πώς οι «απάτριδες» πρόσφυγες κατέληγαν να χάνουν το «δικαίωμα να έχουν δικαιώματα». Όμως, το πρόβλημα παραμένει. Παρά την τυπική αναγνώριση της ύπαρξης οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι πολιτικές για τον περιορισμό της μετανάστευσης και των προσφυγικών ροών και η αντιτρομοκρατική οχύρωση καταλήγουν στην πράξη ακριβώς να αρνούνται το «δικαίωμα να έχει κάποιος δικαιώματα» και παράγουν διαρκείς «καταστάσεις εξαίρεσης».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr