Η τελευταία φορά που έγραψα ένα κείμενο με το χέρι ήταν προς το τέλος του 1967. Είχα μόλις απολυθεί από το στρατό και πήγα στον Ταχυδρόμο να ζητήσω δουλειά. Μου δώσανε το γερμανικό Stern και μου είπαν να μεταφράσω ελεύθερα ένα κείμενο της αρεσκείας μου. Διάλεξα ένα ρεπορτάζ για την ιταλοαμερικανική μαφία. Θυμάμαι ακόμη ότι αναφερόταν στον Τζο Μπονάνο και στη δίκη του. Και θα θυμάμαι πάντα αυτό που πρόβλεψε υπερασπιζόμενος τον εαυτό του στην κατηγορία περί τυχερών παιχνιδιών. «Η δουλειά αυτή», είπε, «έχει τόσα πολλά λεφτά, που κάποια μέρα θα την πάρει το κράτος στα χέρια του». Πράγματι, το κράτος, τα κράτη, την πήραν στα χέρια τους, όμως εγώ δεν την πήρα εκείνη τη δουλειά. Έτσι κι αλλιώς δεν πίστευα πως είμαι γεννημένος για δημοσιογράφος. Είχα δώσει όμως τις τελευταίες μου διακόσιες πενήντα δραχμές, για να μου δακτυλογραφήσουν το κείμενο, και τώρα δεν είχα ούτε αυτές. Έπιασα δουλειά σε μια εταιρεία που πουλούσε ποδήλατα. Στο λογιστήριο υπήρχε παρατημένη μια παλιά γραφομηχανή και ρώτησα τον λογιστή αν μπορώ να τη δανειστώ για λίγο. Αυτός ο λογιστής αποδείχτηκε χειρότερος από τον Μπονάνο. Μου ζήτησε πεντακόσιες δραχμές το μήνα νοίκι, όσες ακριβώς πλήρωνα και για το δωμάτιό μου. Πεντακόσιες για το δωμάτιο, πεντακόσιες για τη γραφομηχανή, μου έμεναν κι άλλες πεντακόσιες για να μην ψοφήσω της πείνας. Δέχτηκα, κι ανέβασα τη βαριά γραφομηχανή τα έξι πατώματα ως το πλυσταριό της ταράτσας που έμενα. Ο λίγος καιρός που συμβιώσαμε οι δυο μας ήταν γεμάτος πίκρες, νεύρα και απογοητεύσεις. Είχα την εντύπωση ότι συζούσα με μια νοικιασμένη γυναίκα και δεν μπορούσα να της κάνω έρωτα. Ώσπου μια μέρα πήγα και τη βρόντηξα πάνω στο γραφείο του λογιστή-ληστή και τους παράτησα όλους.

Και τότε γνώρισα την Τσεχοσλοβάκα μου. CONSUL  τη λέγανε. Την πρωτόδα σε μια βιτρίνα και την αγάπησα αμέσως. Ήταν λεπτή και μικρόσωμη, όμως με καμπύλες και μ’ ένα διακριτικό γκρίζο χρώμα, το οποίο εκεί που δεν ακουμπούσαν συχνά τα δάχτυλα σκούραινε φυσιολογικά. Μια τέτοια ομορφιά δεν μπορούσε βέβαια να τριγυρνά γυμνή πάνω-κάτω. Είχε τη θήκη της. Μια μαύρη δερμάτινη τσάντα με αρκετά μακρύ λουρί για να την κρεμάς από τον ώμο και να ’χεις τα χέρια σου ελεύθερα για τη βαλίτσα. Έτσι οι τρεις μας ταξιδέψαμε σε τρεις ηπείρους και σε τρεις θάλασσες. Πολλές φορές μέσα σε τέτοια ένδεια, που η κομψή της παρουσία δημιουργούσε σκάνδαλο στους γύρω μου και προβληματισμό. Για μένα όμως αποτελούσε και σανίδα σωτηρίας. Συχνά-πυκνά την ακουμπούσα στο «θείο» και χάρη αυτής κατάφερνα να επιβιώνω. Υπήρχαν όμως και ενεχυροδανειστήρια που δεν τη δέχονταν και τότε δεν ήξερα ποιον να πρωτολυπηθώ – εμένα ή αυτήν; Περισσότερο απ’ όλα όμως αποτελούσε το αποδεικτικό στοιχείο του παιδικού μου ονείρου και του ανεκπλήρωτου πόθου μου: Κάποτε θα ’γραφα. Εφόσον υπήρχε εκεί δίπλα μου, δεν γινόταν παρά κάποτε να την ανοίξω και να γράψω. Κι έτσι έγινε. Γράψαμε μαζί κάμποσα βιβλία, μέχρι που άρχισε να παρουσιάζει διάφορα προβλήματα. Αυτό δεν ήταν περίεργο, άλλωστε κι εγώ άρχισα να παρουσιάζω διάφορα προβλήματα. Ενώ όμως τα δικά μου ήταν συνήθως από ατυχήματα, εκείνη παρουσίαζε αληθινά προβλήματα υγείας. Στην αρχή λάσκαρε το γράμμα Φ, ατρόφησε, ώσπου εξαφανίστηκε τελείως. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποφεύγω λέξεις όπως φύση, φόνος, φυλακή, φιλία, φωλιά, φωνή, φύλο, φύλλο, φυγή, λέξεις δηλαδή απαραίτητες για τα γραφτά μου. Μετά λίγο καιρό αργοπέθανε και το γράμμα Α. Τώρα έπρεπε να παραιτηθώ από λέξεις που δεν μπορούσα να ζήσω δίχως αυτές, όπως αστέρια, αλήθεια, θάνατος, αθανασία, γυναίκα και προπαντός από τη λέξη αγάπη. Πήρα λοιπόν την CONSUL, την έβαλα μέσ’ στο κουτί της και την τοποθέτησα στο ράφι μιας αποθήκης στη Θεσσαλονίκη, όπου η μάνα μου τοποθετεί άχρηστα πράγματα, τα οποία διστάζει να πετάξει, επειδή τ’ αγαπάει. Τώρα έχω μια μεγάλη γραφομηχανή, που γράφει στο πέτο της IBM. Αυτή δεν την βρήκα εγώ, ήρθε μόνη της σπίτι μου σταλμένη από έναν φίλο, για να του γράψω κάτι, κι έμεινε. Ολόκληρη σχεδόν η επιφάνειά της χάσκει και στην αρχή φοβόμουν ότι μπορεί και να χαθώ εκεί μέσα. Σήμερα όμως βλέπω αυτό το τεράστιο άνοιγμα σαν ένα μεγάλο γέλιο ή την πισίνα στην ταράτσα ενός κτιρίου. Πότε-πότε και σαν την πηγή της έμπνευσης. Η αλήθεια είναι πως έχουμε γίνει αχώριστοι. Ζυγίζει εννιά κιλά, όσο και το M1, το όπλο που κρατούσα στο στρατό και που ήμουν και με κείνο αχώριστος. Όπως κουβαλούσα εκείνο μαζί μου όπου πήγαινα, έτσι κουβαλάω κι αυτήν. Τα ξημερώματα που τη συναντάω, σέρνω το χέρι μου στη μεγάλη της επιφάνεια, και τη στιγμή που την ανοίγω, βγάζει μια τρομαγμένη φωνούλα σαν να την ξάφνιασα στον ύπνο της.

Καμιά φορά σκύβω και τη φιλάω. Οι δυο μας έχουμε γράψει μερικές σελίδες που με βοήθησαν να μάθω πολλά πράγματα για μένα, τα οποία αγνοούσα. Οι ειδικοί που τη φτιάξανε μού είπαν τελευταίως ότι δεν κατασκευάζουν πια τέτοιες σήμερα, γιατί θεωρούνται μεν καλές, όμως επειδή είναι ακριβές, το καταναλωτικό κοινό προτιμάει τα κομπιούτερς. Από τη στιγμή εκείνη αγάπησα και τη σπανιότητά της.

*Κείμενο του συγγραφέα Αντώνη Σουρούνη που έφερε τον τίτλο «Αυτή κι εκείνη» και είχε περιληφθεί σε αφιέρωμα του περιοδικού «Διαβάζω» για τα φετίχ της γραφής (τεύχος 360, Φεβρουάριος 1996).

Ο Σουρούνης προβάλλει ως δικό του φετίχ ένα –θεωρητικώς τουλάχιστον– ξεπερασμένο μέσο γραφής, τη γραφομηχανή, που κάποιοι πιστεύουν πως είναι εκείνη «που κατεβάζει τις ιδέες» στο συγγραφέα.

Ο Σουρούνης, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1995 για το έργο του «Ο Χορός των Ρόδων», απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, στις 5 Οκτωβρίου 2016, σε ηλικία 74 ετών.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr