Σε εποχές όπου είναι διάχυτη η αίσθηση μιας βαθιάς κρίσης των σύγχρονων δημοκρατιών, μιας αδυναμίας τους να έχουν ουσιαστική νομιμοποίηση και μιας τάσης ταυτόχρονα αυταρχικής θωράκισης και αντιμετώπισης της αγοράς ως βασική διαδικασίας απόφασης, αποκτά ξεχωριστή σημασία η επιστροφή σε εκείνους τους φιλοσόφους που διαμόρφωσαν το πεδίο του στοχασμού των ερωτημάτων γύρω από μια δημοκρατική πολιτεία στη νεωτερικότητα. Και σίγουρα ένας από αυτούς είναι ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ.

Άλλωστε, ούτως ή άλλως, ο Ρουσσώ έχει μια ξεχωριστή θέση στη συζήτηση αυτών των ερωτημάτων. Και αυτό γιατί ερχόμενος μετά τις αρχικές διατυπώσεις των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου, ο Ρουσσώ είναι αυτός που τολμά να συνδυάσει δύο κρίσιμα στοιχεία: μια ισχυρή αντίληψη της κυριαρχίας με μια εξίσου γενική και ισχυρή αντίληψη της γενικής βούλησης, προσφέροντας έναν πρώτο καθοριστικό στοχασμό του πυρήνα αυτού που ονομάζουμε λαϊκή κυριαρχία. Και ταυτόχρονα, σε αντίθεση με άλλους στοχαστές του κοινωνικού συμβολαίου επιμένει σε μια ισχυρή κριτική της ιδιοκτησίας και της ανισότητας του πλούτου.

Το «ρουσσωικό παράδοξο»

Αυτό καθιστά ιδιαιτέρως καλοδεχούμενη την εκτενή μονογραφία του καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστήμιου Στέφανου Δημητρίου, με τίτλο Ο ελεύθερος άνθρωπος. Ο πολιτικός ανθρωπισμός και η «πολιτική μηχανή» του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, που κυκλοφόρησε το 2021, από τις εκδόσεις Πόλις.

Το βιβλίο αυτό ουσιαστικά αναμετριέται με το «ρουσσωικό παράδοξο», που αφορά ακριβώς τον εξαναγκασμό στην ελευθερία, δηλαδή το πώς κανείς είναι ελεύθερος επειδή εξαναγκάζεται να είναι ελεύθερος, όπως αυτό αποτυπώνεται στη θέση ότι μόνο όπου υπάρχει νόμος (άρα και κυριαρχία) υπάρχει ελευθερία.

Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα ο Δημητρίου ξεκινά την προσέγγισή του από την πολιτική φιλοσοφία του Τόμας Χομπς, δηλαδή από την καθοριστική αρχική διατύπωση μιας θεωρίας κοινωνικού συμβολαίου, που όμως στηρίζεται στην διαχείριση του φόβου ως το κατεξοχήν αντικείμενο της πολιτικής και της κυριαρχίας, καθώς είναι ο ανελέητος φόβος που κυριαρχεί στη φυσική κατάσταση που ωθεί τους ανθρώπους στην εξουσιοδότηση του κυρίαρχου, ως τρόπο για την απαλλαγή από το φόβο.

Στη συνέχεια ο Δημητρίου στρέφεται προς τον Λόγο για την ανισότητα του Ρουσσώ και το πώς εκεί διατυπώνεται ένα σχήμα που βλέπει την ιστορία της ανθρωπότητας ως ιστορία δουλείας, δηλαδή ως ιστορία μιας αλλοτριωμένη εκδοχής της ανθρώπινης φύσης. Όπως παρατηρεί, ο Ρουσσώ «περιγράφει τη κοινωνική κατάσταση ως αντεστραμμένη μορφή της φυσικής κατάστασης, με κύριο γνώρισμά της το πώς αλλάζει ο άνθρωπος: αλλάζει ως προς το ότι δεν είναι πια ελεύθερος, με αποτέλεσμα να μην είναι πια αυθεντικός, αληθινός άνθρωπος» (σ. 163). Αυτό ορίζει την ελευθερία ως ένα αίτημα πλήρως σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση.

Το κοινωνικό συμβόλαιο

Αυτό το αίτημα της ελευθερίας αποτελεί και την αφετηρία του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Δημητρίου επισημαίνει ότι ο Ρουσσώ  «αρνείται τόσο το διαχωρισμό ανάμεσα στους υπηκόους και τον κυρίαρχο, όσο και τον διαμεσολαβητικό, ρυθμιστικό ρόλο της κυβέρνησης» (σ. 222). Αντιθέτως, αυτό που προτείνει είναι η συγκρότηση ενός πολιτικούς σώματος, που συμμετέχουν όλοι, και το οποίο είναι ταυτόχρονα και ο φορέας της κυριαρχίας, μέσα από μια πράξη αυτοκαθορισμού που σημαίνει ότι «οι πρώην φυσικοί άνθρωποι αυτοκαθορίζονται ως πολίτες» (σ. 226), εξασφαλίζοντας την ελευθερία των ίσων ανθρώπων και κατ’ επέκταση την αυτονομία τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εδώ οι αναλογίες που εντοπίζει ο Δημητρίου ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Ρουσσώ, την «εννοιολογική και επιχειρηματολογική συμπόρευση» (σ. 255) ως προς τη σημασία της πολιτικής αρετής και της δικαιοσύνης και μια ανάλογη δημοκρατική ρεπουμπλικανική σύλληψη, δηλαδή μια σύλληψη που επιμένει ότι το δίκαιο, η ισότητα και η ελευθερία προκύπτουν ακριβώς από τη συγκρότηση του πολιτικού σώματος.

Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί ιδρυτική πράξη τόσο της πολιτικής κοινωνίας όσο και της ίδιας της πολιτικής συγκρότησης όσων συμβάλλουν σε αυτό. Ο λαός ως ενιαίο και αδιαίρετο κυρίαρχο πολιτικό σώμα κατεξοχήν εκφράζει την κυρίαρχη και έλλογη βούλησή του ως συντακτική εξουσία. Το δε απαραβίαστο του συμβολαίου «συμπίπτει ακριβώς με το απαραβίαστο της δεσμευτικής ισχύος των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας» (σ. 309). Μόνο που αυτό, όπως επισημαίνει και ο Δημητρίου, περνάει και μέσα από τον μετασχηματισμό που συνεπάγει η συγκρότηση του πολιτικού σώματος, το πέρασμα από μια κοινωνία ιδιωτών σε κοινωνία πολιτών. Οι άνθρωποι «παύουν να είναι απλώς και μόνο άνθρωποι και ιδιώτες, φορείς ξεχωριστών, ατομικών και ανταγωνιστικών συμφερόντων, και είναι πλέον και άνθρωποι και πολίτες, δηλαδή φορείς ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού» (σ. 316). Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτικός άνθρωπος του Ρουσσώ «είναι φορέας της ηθικής ελευθερίας» (σ. 323).

Η «πολιτική μηχανή»

Το ερώτημα, όμως, που προκύπτει είναι πώς τελικά οι πολίτες θα συμμορφώνονται προς τη γενική βούληση, δηλαδή πώς θα εξαναγκάζονται να είναι ελεύθεροι. Η χρήση της λέξης «τέχνασμα» από τον Ρουσσώ ως προς αυτό το ερώτημα ωθεί τον Δημητρίου σε μια πολύ εύστοχη διερεύνηση των ερωτημάτων που αφορούν την «πολιτική μηχανή» του Ρουσσώ, δηλαδή τους τρόπους με τους οποίους παράγεται πολιτική νομιμοποίηση, διερεύνηση που περνάει και από μια επιστροφή στον Πλάτωνα και την έννοια του «καλού ψεύδους», που για τον Δημητρίου παραπέμπει σε μια πολιτική μηχανή που παράγει πειθώ. Για τον Δημητρίου το «τέχνασμα και το παιχνίδι της πολιτικής μηχανής […] συνίσταται στο ότι η υπακοή στο νόμο προϋποθέτει τη μετάβαση από το πεδίο της κίβδηλης σχέσης, ανάμεσα στη δουλειά και το δίκαιο, στο πεδίο της ουσιώδους και πραγματικής σχέσης νόμου και ελευθερίας» (σ. 406).

Εξετάζοντας το πώς ξεδιπλώνει ο Ρουσσώ τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια εύνομη πολιτεία, ο Δημητρίου στέκεται στο πώς αυτό προϋποθέτει έναν μετριασμό των ανισοτήτων, του υπερβολικού πλούτου και της υπερβολικής φτώχειας και τελικά μια πολιτική αντίληψη της ιδιοκτησίας, ακριβώς γιατί η ελευθερία έχει ως υπαρκτική συνθήκη την ισότητα.

Από την άλλη, η γενική βούληση στηρίζεται σε μια σε μια αντίληψη της κυριαρχίας που  δεν μπορεί ούτε να απαλλοτριώνεται ούτε να μεταβιβάζεται, γιατί αυτό θα οδηγούσε τελικά σε άρνηση του κοινωνικού συμβολαίου. Παράλληλα, ο Δημητρίου επισημαίνει τα ερωτήματα που προκύπτουν από το πώς στον Ρουσσώ ο φόβος για τον φατριασμό οδηγεί τελικά σε έναν περιορισμό αυτού που αργότερα ο Καντ θα ονομάσει «δημόσια χρήση του λόγου».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διερεύνηση που κάνει ο Δημητρίου των ερωτημάτων που αφορούν ακριβώς τη διαμόρφωση της γενικής βούλησης και το πώς διαμορφώνεται, ακριβώς στη βάση των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας, ένα ηθικό καθήκον για την εκπλήρωση της υποχρέωσης προς το πολιτικό σώμα, καθήκον «που απορρέει από τον αναβιβασμό της πολιτικής ελευθερίας, σε ηθική ελευθερία» (σ. 471). Η δε ευθιδικία της γενικής βούλησης προκύπτει ακριβώς από την ικανότητά της να ενώνει και να ταυτίζει. Και αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ακριβώς πραγματώνεται και ένα ανάλογο πολιτικό ήθος, μέσα από τη λειτουργία του νόμου, ως πραγμάτωσης της ελευθερίας ως αυτονομίας, που θα έχει μια διαπλαστική λειτουργία, θα είναι μια «παιδευτική αγωγή των πολιτών» (σ. 588). Αυτό για τον Δημητρίου σημαίνει ότι:

«Ο πολιτικός ανθρωπισμός είναι το κατεξοχήν έργο της “πολιτική μηχανής”, δηλαδή του νόμου. Η “πολιτική μηχανή”, ο νόμος, δημιουργεί τον πολιτικό άνθρωπο. Και, παράλληλα, απαντά και στο ερώτημα “Τι είναι ο ελεύθερος άνθρωπος;”. Και μας λέει ξεκάθαρα τι είναι: αυτοκυβερνήτης και αυτονομοθέτης».

Συνολική αποτίμηση

Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερα σημαντική και πρωτότυπη συμβολή στη μελέτη του έργου του Ρουσσώ. Είναι μια προσέγγιση που στηρίζεται στη βαθιά γνώση των κειμένων, τα οποία και ακολουθεί συστηματικά αλλά και σε μια σημαντική και εύστοχη σύνδεση με το πώς στοιχεία αυτής της ρεπουμπλικανικής παράδοσης μπορούν να βρεθούν και στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Ο Δημητρίου δεν αποφεύγει να υποτιμήσει τις εντάσεις που διαπερνούν το κείμενο του Ρουσσώ, άλλωστε τέτοιες εντάσεις πάντοτε διαπερνούν τις καθοριστικές φιλοσοφικές παρεμβάσεις, και ταυτόχρονα προσπαθεί ακριβώς να αξιοποιήσει αυτές τις εντάσεις για να εντοπίσει τελικά τα κλειδιά που αναδεικνύουν τον πυρήνα της δημοκρατικής ρεπουμπλικανικής τοποθέτησης του Ρουσσώ. Και με αυτόν τον τρόπο επιτρέπει στον αναγνώστη όχι μόνο να προσεγγίσει κριτικά τον Ρουσσώ αλλά και να στοχαστεί κρίσιμα ερωτήματα για τα δομικά όρια των σύγχρονων «φιλελεύθερων δημοκρατιών», τον τρόπο που λειτουργούν τελικά ως διαρκής υπονόμευση της πολιτικής και ηθικής συνθήκης που θα διαμόρφωνε όντως μια αυθεντική δημοκρατική πρακτική που θα καθιστούσε όντως τον λαό κυρίαρχο και θα συγκροτούσε μια σύγχρονη γενική βούληση ικανή να υπερβεί τις σύγχρονες μορφές ανισότητας και αλλοτρίωσης.

Το βιβλίο του Στέφανου Δημητρίου « Ο ελεύθερος άνθρωπος: Ο πολιτικός ανθρωπισμός και η “πολιτική μηχανή” του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ» (εκδόσεις Πόλις) θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου και ώρα 19:00 στον Κήπο του Μουσείου (Πατησίων 44, Αθήνα)

Με τον συγγραφέα θα συζητήσουν οι:

Αλίκη Λαβράνου, Καθηγήτρια Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γιώργος Ξηροπαϊδης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δημήτρης Χριστόπουλος, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr