Μόλις το 15% των Ελλήνων διαθέτει ασφαλιστικό συμβόλαιο υγείας, τη στιγμή που το 40% του συνόλου των δαπανών υγείας στη χώρα μας, καλύπτεται από ιδιωτικές πληρωμές, τις περισσότερες φορές απευθείας από την τσέπη της οικογένειας του κάθε ασθενή.

Αυτές οι ιδιωτικές πληρωμές φτάνουν ή και ξεπερνούν το 35% της συνολικής δαπάνης περίθαλψης, οδηγώντας πολλές φορές τα νοικοκυριά σε καταστροφικές δαπάνες προκειμένου να ξεπεράσουν οι ασθενείς τα εμπόδια πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας που είναι αναγκαίες για την  αποκατάσταση της υγείας τους.

Τους λόγους για την κατάσταση αυτή, αλλά και τις προϋποθέσεις για την κάλυψη αναγκών από τις ιδιωτικές ασφάλειες υγείας, μας εξηγεί  η γενική διευθύντρια της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας, Μαργαρίτα Αντωνάκη, επισημαίνοντας ότι για ένα υγιές σύστημα κοινωνικής ασφάλειας (περιλαμβάνει την κοινωνική και ιδιωτική ασφάλιση ταυτόχρονα) απαιτείται η θεσμική κατοχύρωση του συμπληρωματικού ρόλου της ιδιωτικής ασφάλισης, μαζί με την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.

Για να συμβεί όμως αυτό και για να αυξηθεί η συμμετοχή της ιδιωτικής ασφάλισης στις δαπάνες που καλούμαστε να καταβάλλουμε για την περίθαλψή μας, χρειάζονται σαφή φορολογικά κίνητρα, αλλά και σαφής επίγνωση από τους ασφαλιζόμενους των υπηρεσιών που θέλουν να καλύψουν, προκειμένου να πάρουν την ασφάλεια που χρειάζονται.

Κα Αντωνάκη, οι Έλληνες αναγκάζονται να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν τις ανάγκες της περίθαλψής τους, αφού σχεδόν το 40% των δαπανών είναι ιδιωτικές. Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές ασφάλειες περίθαλψης, καλύπτουν ελάχιστη μερίδα του πληθυσμού. Γιατί είναι τόσο χαμηλό το ποσοστό αυτών που προχωρούν σε ιδιωτική ασφάλιση υγείας;

Η διατύπωση που χρησιμοποιείτε περιγράφει την διαχρονική σταθερότητα που εμφανίζει η προσωπική, εξ ιδίων, επιβάρυνση των πολιτών για την περίθαλψή τους και είναι ακριβής. Φανερώνει, μάλιστα, την υπέρμετρη, διπλάσια, ως ποσοστό, από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, συμμετοχή των ελληνικών νοικοκυριών σε αυτήν. Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι η βιωσιμότητα του ισχύοντος συστήματος υγείας σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ιδιωτικές πληρωμές, αλλά και «παραπληρωμές».

Από αυτό το 40% που αναφέρετε, λιγότερο από 5% προέρχεται από πληρωμές μέσω της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας. Αυτό δεν πρέπει να ξενίζει, καθώς, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΑΕΕ, το ποσοστό των συμπολιτών μας που διαθέτει ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας είναι της τάξης του 15%.

Tο γεγονός ότι τόσοι πολλοί πολίτες εμμένουν στην άμεση, από την τσέπη τους, πληρωμή των μη κοινωνικά καλυπτόμενων δαπανών υγείας τους, αντί μέσω της ιδιωτικής ασφάλισης, δύναται να αιτιολογηθεί από τα εξής, βασικά:

– Πρώτον, την μάλλον αφελή αντίληψη κάποιων ότι «δεν πρόκειται να συμβεί σε μένα», εννοώντας κάτι που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εξ ιδίων. Μέχρι, όμως, που «κάτι» μας συμβαίνει.

– Κατά δεύτερον, την παντελή απουσία φορολογικών κινήτρων για την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης, η οποία αποθαρρύνει αυτούς, τους πολύ περισσότερους, που έχουν συναίσθηση της ανάγκης και του κινδύνου, αλλά έχουν περιορισμένα οικονομικά δεδομένα.

– Τέλος, την επί δεκαετίες επιλογή του κράτους να μη προωθεί και να μην αναθέτει στο θεσμό της ιδιωτικής ασφάλισης επίσημο και ουσιαστικό ρόλο στο όλο σύστημα υγείας της πατρίδας μας.

Για να γίνουν πιο κατανοητά τα δύο τελευταία, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στη χώρα μας η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική, ενώ η ιδιωτική έχει αμιγώς εθελοντικό χαρακτήρα. Οι πολίτες που διαθέτουν ιδιωτική ασφάλιση υγείας διαθέτουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία και κοινωνική. Οι πολίτες αυτοί, λοιπόν, πληρώνουν και για τις δύο ασφαλίσεις (εισφορές και ασφάλιστρα). Δεν απαλλάσσονται, ούτε έχουν μείωση των εισφορών προς το ταμείο της κοινωνικής τους ασφάλισης, αλλά ούτε τυγχάνουν κάποιας φορολογικής απαλλαγής για τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν για το ιδιωτικό ασφαλιστήριό τους. Σε ένα τέτοιο, βαθιάς οικονομικής ύφεσης και καθόλου φιλικό περιβάλλον από πλευράς του κράτους προς την ιδιωτική ασφάλιση, δεν πρέπει να ξενίζει το ποσοστό διείσδυσής της στον ελληνικό πληθυσμό.

Τι παροχές δεν καλύπτονται από την ιδιωτική ασφάλιση;

Πολύ συνοπτικά, πρέπει να αναφέρουμε ότι, για να ασφαλιστεί ένας κίνδυνος, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις, ώστε να είναι δυνατός ο υπολογισμός σωστού, με την έννοια του επαρκούς ασφαλίστρου. Το ασφάλιστρο, δε, αυτό, πρέπει να προεισπραχθεί, για την κάλυψη των ζημιών που θα προκύψουν από την επέλευσή του κινδύνου. Υπό αυτή την έννοια, κάθε -καθορισμένος με σαφήνεια- κίνδυνος δύναται να ασφαλιστεί, εφόσον μπορεί να εκτιμηθεί ορθά ο οικονομικός του αντίκτυπος. Να σημειωθεί ότι αυτές οι προϋποθέσεις ισχύουν για όλους τους κλάδους ασφάλισης, άρα και για την υγεία.

Θεωρητικά, λοιπόν, μπορούν να ασφαλιστούν τα πάντα, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέραμε. Πρακτικά, ωστόσο, αυτό είναι δύσκολο και η πρακτική δυσκολία αφορά στο κόστος της ασφάλισης, το οποίο, όταν είναι εξαιρετικά υψηλό, είναι αποτρεπτικό για όσους ενδιαφέρονται να ασφαλιστούν. Από την άλλη, η λειτουργία της ασφάλισης ως «κοινωνίας κινδύνων», κατά την οποία όλοι οι ασφαλισμένοι θα χρηματοδοτήσουν την κάλυψη του κινδύνου που θα προκύψει στους λίγους, καθιστά την ιδιωτική ασφάλιση προσιτή και προσβάσιμη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό προσώπων.

Έτσι, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις καλούνται να αποφασίσουν ποιες καλύψεις μπορούν να προσφέρουν σε ένα εύλογο και προσιτό για το ευρύτερο δυνατό κοινό κόστος. Για τον λόγο αυτό, κάθε εταιρία διαθέτει πληθώρα ασφαλιστικών προγραμμάτων με διαφορετικές παροχές και όρια καλύψεων, με διαφορετικές, ενίοτε, εξαιρέσεις, με διαφορετική διάρκεια ισχύος, αλλά και με διαφορετικό ασφάλιστρο, ώστε να αποκρίνεται ακόμη και σε πιο αυξημένες ή ιδιαίτερες ασφαλιστικές ανάγκες των συμπολιτών μας.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να καλυφθεί κάποιος με ιδιωτική ασφάλεια;

Όπως προαναφέραμε, η ασφάλιση λειτουργεί στη βάση της «κοινωνίας των κινδύνων», που οι πολλοί χρηματοδοτούν τις ζημίες των λίγων. Αναφέραμε ακόμη ότι η ιδιωτική ασφάλιση, όπως λειτουργεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, έχει αμιγώς εθελοντικό χαρακτήρα και κάθε ασφαλιστικό πρόγραμμα έχει χρηματοδοτική βάση σαφώς ορισμένη, τα ασφάλιστρα, δηλαδή, που καταβάλλονται από όσους ασφαλίζονται στο ίδιο πρόγραμμα. Διαφέρει, συνεπώς, από την κοινωνική, η οποία έχει ευρύτατη χρηματοδοτική βάση, αφού είναι υποχρεωτική και καλύπτει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού.

Αυτή η διαφορά, υποχρεώνει την ιδιωτική ασφάλιση να είναι εξαιρετικά προσεκτική στο ποιους κινδύνους αναλαμβάνει, ώστε να μπορεί να τηρεί τις δεσμεύσεις της προς τους ασφαλισμένους της κάθε στιγμή. Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι εκτός από την ύπαρξη κάποιων ηλικιακών ορίων, για να ξεκινήσει κάποιος την ασφάλισή του, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού εμπίπτει στους αναλαμβανόμενους κινδύνους.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της σύναψης ενός ασφαλιστηρίου, προηγούνται η συμπλήρωση αίτησης ασφάλισης και, συνήθως, προασφαλιστικός έλεγχος. Σκοπός τους είναι να προσδιοριστεί ο βαθμός κινδύνου που φέρει κάθε ενδιαφερόμενος προς ασφάλιση στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, ώστε να διαπιστωθεί από την ασφαλιστική εταιρία εάν και σε ποιο βαθμό μπορεί να αναληφθεί ο συγκεκριμένος κίνδυνος με ορθό, υπό την έννοια του επαρκούς, αλλά και εύλογο – προσιτό για τον ενδιαφερόμενο, ασφάλιστρο.

Συνοψίζοντας συνεπώς, θα λέγαμε ότι η πλήρης και απολύτως ειλικρινής απάντηση στις ερωτήσεις της εταιρίας κατά την αίτηση ασφάλισης και η ανεπιφύλακτη παροχή των στοιχείων που ζητεί κάθε εταιρία κατά τον προασφαλιστικό έλεγχο, αλλά και καθ’ όλη την διάρκεια ισχύος της ασφάλισης, καθορίζουν σε κάθε περίπτωση τί καλύπτεται, μέχρι ποιο βαθμό και υπό ποιες προϋποθέσεις. Όλα αυτά περιγράφονται στους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που φέρεται, στη συνέχεια, προς υπογραφή στον ενδιαφερόμενο προς ασφάλιση, το οποίο οφείλει να μελετήσει πριν υπογράψει.

Πώς αντιμετωπίζουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες το συνεχώς αυξανόμενο κόστος της περίθαλψης μέσω των νέων τεχνολογιών υγείας

Είναι γεγονός ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις στην εφαρμοσμένη ιατρική, διάγνωση και θεραπεία είναι ταχύτατες και σημαντικότατες, καθώς μας βοηθούν να ζήσουμε περισσότερο και καλύτερα. Γεγονός, επίσης, είναι ότι αυτές οι κατακτήσεις στο χώρο της ιατρικής συνοδεύονται με ένα εξαιρετικά υψηλό κόστος, το οποίο πιέζει τα ασφαλιστικά συστήματα, παγκοσμίως.

Οι ασφαλιστικές εταιρίες, λειτουργώντας αμιγώς ως πληρωτές των υπηρεσιών που οι ασφαλισμένοι τους κάνουν χρήση, καλούνται να αναπροσαρμόζουν τις καλύψεις τους, ώστε να αποκριθούν στις προσδοκίες των «πελατών» τους, για την ενσωμάτωση των νέων αυτών υψηλού κόστους επιστημονικών κατακτήσεων στις καλυπτόμενες δαπάνες. Και καλούνται να πράξουν αυτό με τους οικονομικά πλέον σύμφορους όρους, ώστε η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων που απαιτούνται για την κάλυψη των πρόσθετων αυτών δαπανών να είναι η ελάχιστη δυνατή. Στην πατρίδα μας, την πλέον εξελιγμένη ιατρική τεχνολογία διαθέτουν οι ιδιωτικοί προμηθευτές υπηρεσιών υγείας, στους οποίους και απευθύνονται, κατά κανόνα, οι ιδιωτικά ασφαλισμένοι.

Έτσι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της χρηστής διαχείρισης των ασφαλίστρων των ασφαλισμένων τους, κατ’ αρχήν, συνάπτουν διμερείς συμβάσεις με κάθε προμηθευτή ξεχωριστά, προσπαθώντας να επιτύχουν τις καλύτερες δυνατές τιμές, αλλά και διαδικασίες εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων τους. Επιπλέον, έχουν συστήσει συστήματα προέγκρισης και ελέγχου των σχετικών χρεώσεων, προς διασφάλιση ότι δεν υφίσταται σπατάλη, υπερχρεώσεις κλπ.

Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι προς την ίδια κατεύθυνση αποβλέπει και η από πλευράς των ασφαλιστικών εταιριών υγείας προώθηση της εισαγωγής ενός νέου, σύγχρονου συστήματος αποζημίωσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών. Το σύστημα αυτό, γνωστό ως DRG (Diagnosis Related Group), στην ουσία, προορίζεται να αντικαταστήσει το «κατά πράξη και περίπτωση», με το οποίο αποζημιώνονται μέχρι σήμερα οι ιδιωτικές κλινικές από τις ασφαλιστικές. Με την εισαγωγή των ελληνικών DRG, μια νοσηλεία στο εξής θα έχει μία ενιαία και συγκεκριμένη τιμή, ανάλογα με την διαγνωστική ομάδα στην οποία εμπίπτει, κάτι το οποίο επίσης θα βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση του κόστους των υπηρεσιών υγείας.

Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η βιωσιμότητα των εταιρειών και του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας;

Οι ασφαλιστικές εταιρίες, ως τμήμα του χρηματοπιστωτικού τομέα, είναι γεγονός ότι λειτουργούν σε ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, με εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις επενδύσεων, αλλά και ένα περιβάλλον αυστηρά εποπτευόμενο σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, με πολλές απαιτήσεις κεφαλαιακές και ρυθμιστικές, που επίσης απαιτούν υψηλά κεφάλαια για την εφαρμογή τους. Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος ιδιωτικής ασφάλισης συνιστά πιθανότατα τον πλέον φερέγγυο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, διαθέτοντας 85% άνω των αναγκαίων κεφαλαίων φερεγγυότητας, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Διοικητής της ΤτΕ, της Εποπτικής μας Αρχής στην Ελλάδα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι υπάρχουν ακάλυπτες ασφαλιστικές ανάγκες στους συμπολίτες μας (θυμηθείτε το 40% της ιδιωτικής δαπάνης στην υγεία, την κατάσταση του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, τις ζημίες από τις φυσικές καταστροφές κλπ), θεωρούμε ότι ο ασφαλιστικός κλάδος έχει μέλλον στη χώρα μας, γιατί έχει λόγο ύπαρξης.

Το δε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης υφίσταται ανεπανάληπτες πιέσεις σε όλους τους κλάδους, υγείας και σύνταξης, μαρτυρώντας ότι έχει εξαντλήσει τα όριά του. Το υπάρχον σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας κοινωνίας που έχει αλλάξει τόσο ως προς τα δημογραφικά, τα νοσολογικά, όσο και τα οικονομικά χαρακτηριστικά της. Ο επανασχεδιασμός του επείγει και απαιτείται συνένωση όλων των εθνικών δυνάμεων για την βιωσιμότητά του.

Η σύμπραξη κοινωνικής και ιδιωτικής ασφάλισης είναι απαραίτητη και συνιστά σύνθετο και σοβαρό εγχείρημα. Το κράτος πρέπει να επαναπροσδιορίσει το ισοζύγιο κινδύνων υγείας, σύνταξης, αλλά και φυσικών καταστροφών και να αξιοποιήσει όλους τους διαθέσιμους μηχανισμούς προς την κατεύθυνση αυτή. Η ιδιωτική ασφάλιση είναι, οπωσδήποτε, μέρος της λύσης και έχει όλα τα εχέγγυα για να αναλάβει ένα γνήσια συμπληρωματικό ρόλο στο όλο σύστημα ασφάλισης της χώρας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr